Περί «Φακέλου της Κύπρου», 44 χρόνια μετά το 1974

Η κυκλοφορία των πρώτων τεσσάρων τόμων του «Φακέλου Κύπρου», στο διαδίκτυο και την έντυπη μορφή τους, αποτελεί σημαντικό γεγονός για την ιστοριογραφία του σύγχρονου Ελληνισμού. Δίνεται, πλέον, άμεση πρόσβαση σε ένα απρόσιτο μέχρι σήμερα αρχειακό υλικό, που αφορά τις πιο τραγικές «εσωτερικές πτυχές» του Κυπριακού, του κατεξοχήν εθνικού θέματος των τελευταίων δεκαετιών.

Το φιλόδοξο εκδοτικό πρόγραμμα, που αναμένεται να ολοκληρωθεί σε περίπου τριάντα τόμους, έχει εθνικές διαστάσεις. Έρχεται τρεις δεκαετίες ύστερα από το τέλος των εργασιών της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων για τα αίτια της κυπριακής τραγωδίας του 1974. Ένα τέλος άδοξο, καθώς δεν κατέστη τότε δυνατή η έκδοση κοινού πορίσματος, ούτε κατατέθηκε το πόρισμα της πλειοψηφίας για έγκριση στην Ολομέλεια της Βουλής.

Από το 1988, μεσολάβησαν επανειλημμένες εκκλήσεις από πολιτειακούς και κοινοβουλευτικούς παράγοντες της Κυπριακής Δημοκρατίας για παράδοση στη Λευκωσία αντιγράφων του συγκεντρωθέντος υλικού. Όλες εύρισκαν «Κλειστές πόρτες»… Το κυπριακό αίτημα επανέφερε ξανά το 2015 ο τότε πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Γιαννάκης Ομήρου, και βρήκε ανταπόκριση από την ομόλογό του, την τότε πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Τον εντοπισμό του υλικού, σε φοριαμούς των υπογείων της Βουλής, ακολούθησε η μεταφορά του σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο στο ανώγειο του κτιρίου και η συστηματική μελέτη του από μέλη των επιτροπών -εμπειρογνώμονες και υπηρεσιακούς- που συστάθηκαν από τα δύο κοινοβούλια. Αυτό προνοούσαν και τα σχετικά πρωτόκολλα συνεργασίας που υπογράφηκαν από τους Νίκο Βούτση και Γ. Ομήρου και, στη συνέχεια, τους Ν. Βούτση και Δημήτρη Συλλούρη, τους σημερινούς προέδρους των δύο κοινοβουλίων. Είναι σημαντικό ότι η όλη διαδικασία είχε την ομόφωνη και ολόθυμη έγκριση των κοινοβουλευτικών κομμάτων στην Ελλάδα και στην Κύπρο,

Ένα ερώτημα που έχει ήδη διατυπωθεί, είναι «το τι μαθαίνουμε που δεν ξέραμε από την έκδοση των τόμων των Πρακτικών». Πιο ουσιαστικό θεωρώ ένα άλλο ερώτημα: γιατί επί τόσα χρόνια έμενε επτασφράγιστα κλειστό αυτό το υλικό; Ας δούμε, όμως, το περιεχόμενο: Οι καταθέσεις των ογδόντα έξι (86) μαρτύρων που κλήθηκαν στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων κατά το 1986-1988, δημοσιεύονται στην αυθεντική τους μορφή. Είναι η πιο πλούσια, μέχρι σήμερα, συλλογή ελληνικών πηγών για το 1974. Συναρθρώνεται από τις απόλυτα προσωπικές «ιστορίες» των μαρτύρων, συχνά ψευδείς, ιδιοτελείς και ελλειπτικές, ενίοτε προκλητικές και θρασείς, ειδικά όταν πρόκειται για αμετανόητους ενόχους, εκ των πρωταιτίων της κυπριακής καταστροφής, που πρωταγωνίστησαν στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και στην αδυναμία (ή αποφυγή) αντιμετώπισης της τουρκικής εισβολής, πέντε μέρες αργότερα. Διαφωτιστικά και πολύτιμα είναι, παράλληλα, όσα εξάγονται από τα Πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής: τόσο για το ελλαδικό κοινοβουλευτικό – πολιτικό προσωπικό στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όσο και για τις «προσλήψεις», τις γνώσεις και τη διαχείριση πτυχών του κυπριακού δράματος, δώδεκα μόλις χρόνια ύστερα από το καλοκαίρι του 1974.

Το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων αποτελεί ένα τραγικό (με την έννοια του αξιοθρήνητου) corpus ιστορικών πηγών για το πώς αποφασίστηκε και πώς έγινε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και το πώς αντιμετώπισαν οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, την τουρκική εισβολή. Όντως, οι ειδικοί μελετητές δεν θα βρουν στους  τόμους αυτούς θεαματικές ανατροπές ως προς τις γνώσεις τους για τις διεθνείς διαστάσεις, διπλωματικές ή συνωμοτικές, των όσων προηγήθηκαν ή μεσολάβησαν στην Ουάσινγκτον, το Λονδίνο, στην Αθήνα και στην Άγκυρα. Εκείνο που κυρίως φωτίζεται, με πλήθος οδυνηρών και εφιαλτικών λεπτομερειών και αδυσώπητη ογκώδη τεκμηρίωση είναι η αβελτηρία και η επαγγελματική και εθνική ασυνειδησία και ανικανότητα όσων αποφάσισαν και όσων εκτέλεσαν το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και η αντίστοιχη άθλια στάση –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όσων πολέμησαν τουλάχιστον– που επέδειξαν στην αντιμετώπιση της τουρκικής εισβολής. (Ο ίδιος ο επικεφαλής του ΓΕΕΦ κατά τις 15-20 Ιουλίου 1974, ταξίαρχος Μ. Γεωργίτσης, αποκαλεί στην κατάθεσή του, αποβίβαση την τουρκική απόβαση στις ακτές της Κερύνειας…)

Για λόγους που εκφεύγουν από τα ζητούμενα του παρόντος άρθρου, μετά την εθνική τραγωδία του 1974, αντίθετα από ό,τι έγινε το 1922, δεν δικάστηκε κανένας στην Αθήνα. Και επιπλέον, τα ελληνικά δημόσια αρχεία, πολιτικά και  στρατιωτικά,  παραμένοντας ερμητικά κλειστά για το Κυπριακό, από τη δεκαετία του 1950 (!), προσέδωσαν μυθικές και εξωπραγματικές διαστάσεις στον «Φάκελο της Κύπρου», προκαλώντας σταδιακά, με την ατιμωρησία και τις συλλογικές ενοχές, την ψυχική αποξένωση από τα θύματα της τουρκικής εισβολής και, εν τέλει, την ίδια την ημικατεχόμενη Κύπρο. Η έκδοση των δύο κοινοβουλίων αποτελεί εθνική οφειλή και αισιόδοξη αρχή, όσο κι αν έχει καθυστερήσει. Με την προσδοκία, βεβαίως, ότι θα δοθούν στην έρευνα και οι υπόλοιπες «κυπριακές» αρχειακές ενότητες, που βρίσκονται (;) κλειστές σε διάφορες υπηρεσίες στην Αθήνα, παρότι για πολλές έχει παρέλθει και το τυπικό εμπόδιο της πεντηκονταετίας (π.χ. το αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών), ενώ άλλες (όπως το αρχείο της ΑΣΔΑΚ) ανήκουν στο κυπριακό κράτος. Καθότι, με το να διατηρούνται κλειστά τα αρχεία για το Κυπριακό δεν εξυπηρετείται ούτε η ιστορική αλήθεια, ούτε το εθνικό συμφέρον, ούτε η Δημοκρατία.

 

Δημοσιεύθηκε, σε συμπτυγμένη από την εφημερίδα μορφή, στην εφημ. Καθημερινή της Αθήνας, την 1η Δεκεμβρίου 2018

One thought on “Περί «Φακέλου της Κύπρου», 44 χρόνια μετά το 1974

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s