Μπορούμε να αλλάξουμε;

Η ανατολή μιας νέας χρονιάς προσφέρεται για ενδοσκόπηση και απολογισμό, με την παράλληλη χάραξη νέων στόχων και προγραμμάτων, υπό το αισιόδοξο πρίσμα του εορταστικού κλίματος και της ευφορίας των ημερών. Το 2014, σαράντα χρόνια ύστερα από την τουρκική εισβολή του 1974 και εκατό χρόνια από την έναρξη του «μεγάλου πολέμου», που σημάδεψε την ιστορία της Ευρώπης, ανατέλλει δυσοίωνα σε κλίμα απαισιοδοξίας και απογοήτευσης. Οι «ειδοί του [περασμένου] Μαρτίου» θα στοιχειώνουν για πολλά χρόνια το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό σκηνικό της Κύπρου, έχοντας κλονίσει συθέμελα την εμπιστοσύνη των πολιτών σε θεσμούς, πρόσωπα και ηγεσίες, με την ταυτόχρονη ανατίναξη του «κυπριακού θαύματος» που στηριζόταν, εν πολλοίς, στην αξιοπιστία του υποτιθέμενου πανίσχυρου, τραπεζικού συστήματος.

Πλέον, η ελπίδα για επιβίωση στηρίζεται σε ένα θαύμα («να κερδίσουμε στο λόττο» ευχήθηκε ο καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός Οικονομικών), και κυρίως, στις αποφάσεις της τρόικας που ουσιαστικά κυβερνά – αντί διευθυντηρίου – την ημικατεχόμενη χώρα μας. Το πιο ατιμωτικό, κατά την άποψή μας, δεν είναι η τυφλή ανάθεση του μέλλοντος της οικονομίας στους μαθητευόμενους μάγους – δανειστές μας, αλλά η αναγκαστική υιοθέτηση μέτρων και νοοτροπιών, που αδυνατούσε να πάρει το κράτος μας και που σήμερα αποδεχόμαστε εκόντες – άκοντες, συμμορφούμενοι προς «τας υποδείξεις». Μια ανάλογη προϋπόθεση για τα «εθνικά δάνεια» που πήρε η Ελλάδα την περίοδο 1824-1897 μπορεί να ήταν λόγω των συνθηκών της εποχής νομοτελειακή, αλλά για ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος τον 21ο αιώνα αποτελεί εθνικό εξευτελισμό.

Παρ’ όλα αυτά, δεν φαίνεται να αλλάζει κάτι, ούτε στο δημόσιο, ούτε στον ιδιωτικό μας βίο. Ακκιζόμαστε με την αρχοντοχωριάτικη επίδειξη και τσαλαπατάμε περιφρονητικά την ουσία και τα σημαίνοντα. Δεν είναι μόνο το  αμοραλιστικό ζήτημα «των υπηρεσιακών λιμουζίνων», μιας ακατανόητης ανάγκης νεοπλουτίστικης «κοινωνικής καταξίωσης» για έναν μακρύ κατάλογο μανδαρίνων σε μια τόσο μικρή χώρα όπως η δική μας. Αυτό, όπως και τα ποικιλώνυμα «επιδόματα» προκλητικής κατασπατάλησης του δημόσιου χρήματος, αποτελούν την κορυφή του παγόβουνου: Για παράδειγμα η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει σήμερα ένα από το πιο εντυπωσιακά και επιβλητικά κτίρια Υπουργείου Οικονομικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, προς δόξαν του νεοπλουτισμού μας, η κρατική μας μηχανή διαθέτει ένα από τα πιο απαρχαιωμένα συστήματα μηχανογράφησης του φορολογικού συστήματος! Η γραφειοκρατία έχει αυξηθεί τρομακτικά σε υπηρεσίες που πριν από μερικές δεκαετίες διεκπεραίωναν με πολύ λιγότερους υπαλλήλους πολύ μεγαλύτερο φόρτο (χειρόγραφης τότε) εργασίας. Η αύξηση του όγκου των φακέλων σε ένα γραφείο συνήθως συνοδεύεται με τη διαφθορά, καθώς οι διάφοροι επίορκοι δρουν με μεγαλύτερη ευκολία ή ζητούν υψηλότερα ποσά «διαμεσολάβησης» από τον πολίτη. Σε ένα τέτοιο σύστημα, η κατάληψη μιας υψηλόβαθμης θέσης με την υψηλότερη δυνατή κλίμακα αποτελεί, εν μέρει δικαιολογημένα, την απόλυτη φαντασίωση ενός υπαλλήλου. Όμως, όχι σπάνια, επιβραβεύονται οι ανίκανοι κομματικοί αντί των ικανών, οι οκνηροί «ημέτεροι» αντί των τιμίων και εργατικών. Δυστυχώς, «παλαιομοδίτικες» αξίες όπως η αξιοπρέπεια, ο πατριωτισμός (ο στοιχειώδης, της προστασίας της δημόσιας περιουσίας και της χώρας) η ηθική και η αίσθηση του μέτρου, σπανίως συνοδεύουν την κοινωνική και πολιτική άνοδο. Για κάποιες άμεσες αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο χώρο του πολιτισμού θα μιλήσουμε την ερχόμενη βδομάδα.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. “Ο Φιλελεύθερος”, στις 4 Ιανουαρίου 2014.

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s