Του Βάσου Φτωχόπουλου (1950-2026). Της Γιαλούσας και του Αιγαίου

Έφυγε από τη ζωή ψες το βράδυ, 8 Σεπτεμβρίου 2026, ο Βάσος Φτωχόπουλος. Συγγραφέας, σκηνοθέτης, εκδότης, εστιάτορας και πολλά άλλα. Γεννημένος στη Γιαλούσα της Καρπασίας το 1950 μετανάστευσε σε παιδική ηλικία στην Αγγλία, όπου πέρασε σκληρά αλλά και όμορφα παιδικά χρόνια, βιώνοντας από τη μια στην αγγλική επαρχία τον ρατσισμό και το αντικυπριακό μίσος εξαιτίας του πρόσφατου τότε αγώνα της ΕΟΚΑ κι από την άλλη γνωρίζοντας και αγαπώντας, συν τους άλλοις, τη μουσική, ξένη και ελληνική. Στα χρόνια μετά την εισβολή έζησε ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη, στην Τούμπα, και επέστρεψε στην Κύπρο, της προσφυγιάς και της κατοχής, αναζητώντας μάταια τη μαγεία των παιδικών του χρόνων που είχε γνωρίσει στην κατεχόμενη, από τον Αύγουστο του 1974, γενέτειρά του.

Ανατρεπτικό μυαλό και πολυτάλαντος, αναμείχθηκε και είχε πρωταγωνιστικό ρόλο από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 σε μια ολιγομελή ομάδα Κυπρίων που είχαν επιστρέψει από τις σπουδές τους στην Ελλάδα ή την υπόλοιπη Ευρώπη, αναζητούσαν πολιτικό προσανατολισμό και οραματίζονταν την απελευθέρωση του κατεχόμενου τμήματος του νησιού. Οι επιρροές τους πολλές: Ο Μαρξ, ο Μάο, ο Ντίλαν, τα αντιαποικιακά κινήματα, ο Ιρλανδικός και ο Παλαιστινιακός αγώνας, η ΕΟΚΑ, το ελληνικό τραγούδι, και όσο κι ακουγόταν τραγικά ουτοπικό στις στάχτες από το πραξικόπημα και την εισβολή του 1974, το όραμα των προηγούμενων γενιών για την ένωση με την Ελλάδα.

Ο Βάσος μετείχε ενεργά σε αυτές τις ζυμώσεις, στον ενθουσιασμό των νέων ιδεών, στους αναρίθμητους «δημιουργικούς καυγάδες» της ομάδας αυτής, κατά πολύ πολλαπλάσιους από τον αριθμό των μελών της, αλλά έζησε και το κυνηγητό της αστυνομίας με αποκορύφωμα τη σύλληψη του με άλλους εφτά συντρόφους του, τον Νοέμβριο του 1980, με κύρια κατηγορία ότι βρέθηκαν στην κατοχή τους φιλοκινεζικά και φιλοαλβανικά βιβλία… Οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονταν ως «εξωκοινοβουλευτική αριστερά» σοκάροντας το παραδοσιακό πολιτικό σκηνικό στην Κύπρο των πρώτων χρόνων μετά την εισβολή και αυξάνοντας το σοκ, καθώς προσέθεταν και τον αγώνα για την Αυτοδιάθεση και την Ένωση με την Ελλάδα, χωρίς να είναι «δεξιοί» ή «εθνικόφρονες». Από την πρώτη αυτή δημιουργική εποχή του Βάσου Φτωχόπουλλου και της «περιθωριακής» αυτής ομάδας ξεχωρίζουν τα περιοδικά «Αυτοδιάθεση», «Ένωσις» και «Ωρυμαγδός» και το βιβλίο που εξέδωσαν το 1983 με τον Σάββα Παύλου και τον Λάκη Πίγγουρα με τίτλο «Για την εθνική ολοκλήρωση, την Αυτοδιάθεση Ένωση», καινοτόμο για την εποχή. Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Αιγαίον», που ίδρυσε ο Φτωχόπουλος και αναδείχθηκε σε έναν από τους πιο παραγωγικούς κυπριακούς εκδοτικούς οίκους. Με το ίδιο όνομα ο Βάσος ίδρυσε και το ομώνυμο εστιατόριο που έγινε διάσημο, στην οδό Έκτορος, τότε παραμεθόρια, πριν από τα πρώτα ΜΟΕ, στις κάτω γειτονιές της Λευκωσίας. Η πορεία του εστιατορίου περιγράφεται από τον ίδιο τον Φτωχόπουλο με εξαιρετικό χιούμορ στα αυτοβιογραφικά του βιβλία, από τότε που ξεκίνησε ως μικρή ψησταριά όπου πολλές νύχτες έσπαζαν όλα τα πιάτα και τα ποτήρια του μαγαζιού ή έκαιγαν τα τραπέζια, ιδιοκτήτης και θαμώνες, με τη «διακριτική» παρουσία των ανδρών της ΚΥΠ, μέχρι την καταξίωσή του σε μια από τις πιο ωραίες ταβέρνες της Λευκωσίας, η οποία στην πρώτη δεκαετία του 2000 μετατράπηκε σε μόδα. Χαρακτηριστικά του «Αιγαίου», πέρα από την εξαιρετική του κουζίνα, η αυλή του, ίσως η καλύτερη της Χώρας το καλοκαίρι κι η ελληνική σημαία στην είσοδό του. Από το «Αιγαίον» πέρασαν οι πάντες – πλην από τους φανατικούς αντιφτωχοπουλικούς ή όσους είχαν αλλεργία με την ελληνική σημαία, που δεν ήταν και λίγοι, ειδικά τις πρώτες δεκαετίες μετά το πραξικόπημα και την εισβολή… Παράλληλα, πριν το γνωρίσουν η μόδα και τα τζάκια της ψευδοιλουστρασιόν εποχής του χρηματιστηρίου, ο χαρακτήρας και το πνεύμα του Βάσου μετέτρεψε το «Αιγαίον» σε αγαπημένο στέκι νέων ανθρώπων, λογοτεχνών και καλλιτεχνών, επισκεπτών από την Ελλάδα και Κυπρίων. Ο ίδιος ίδρυσε και το βιβλιοπωλείο «Γιαλούσα», κοντά στο παλιό του σπίτι και το νεοϊδρυθέν Πανεπιστήμιο Κύπρου, στον Λυκαβητό, και εκτός από τα βιβλία του που άρχισε να εκδίδει με μια ομάδα συνεργατών του, την εφημερίδα «Ένωσις». Τα βιβλία του τα υπέγραφε ως Πτωχόπουλος ή Φτωχόπουλος, με ένα ή δύο λάμδα, ενώ η «Ένωσις», με έγχρωμο πάντα εξώφυλλο, συνήθως «αυστηρότατα ακατάλληλον διά ανηλίκους» φιλοξενούσε σατιρικά κυρίως κείμενα, πολλές φορές εξόχως σκληρά για πρόσωπα στον κυπριακό μικρόκοσμο και όχι σπάνια υπερβολικά ή, καμιά φορά, και εντελώς άδικα. Όπως άδικες ήταν και πολλές από τις μηνύσεις που εισέπραττε για δημοσιεύματα ή ακραία σάτιρα στην εφημερίδα του. Η ικανότητά του στη σάτιρα είχε ήδη εκδηλωθεί στα θεατρικά του έργα αλλά και στη στήλη του στην εφημερίδα «Κήρυκας», του Τάσσου Παπαδόπουλου, στη δεκαετία του 1980.

Τα τελευταία του χρόνια πούλησε, επιτέλους, το «Αιγαίον», η «Ένωση» έκλεισε, και ζούσε στο κέντρο του Καϊμακλιού, όπως μια από τις πιο πετυχημένες σατιρικές του περσόνες, η θρυλική «Γεωργία από το Καϊμακλί». Ταλαιπωρήθηκε πολύ με τις περιπέτειες με την υγεία του, έκλαψε πολλούς φίλους και φίλες του, όπως τον Σάββα Παύλου, τον Μιχάλη Πασιαρδή, την Ελένη Νικοδήμου, τον Λάκη Πίγγουρα και πολλούς άλλους κι εύρισκε μια ανάσα στο «Έρμα», στην οδό Έκτορος, που είναι κατά πολλούς τρόπους η πνευματική του συνέχεια. Πάντα, όταν τον έβλεπες, ακόμη και στη μεγαλύτερη του ταλαιπωρία θα εύρισκε το χιούμορ του και συνήθως θα εισέπραττες το πείραγμά του, αιχμηρό συνήθως.

Στο «Αιγαίον» του Βάσου Φτωχόπουλλου εξέδωσα το πρώτο μου βιβλίο, το 1996, τον «Σπινθήρα γλυκυτάτων ελπίδων» για τον Μακεδονικό Αγώνα και την Κύπρο. Από τα πολλά που θα του οφείλω αναφέρω ένα: ήταν ένας από τους ανθρώπους που έκανε τα παιδιά μου να αγαπήσουν την Κύπρο, όταν ακόμη ζούσαμε στη Θεσσαλονίκη. Δεν θα ξεχάσω το αυθόρμητο πλούσιο γέλιο και των τριών μου παιδιών, ηλικίας δώδεκα έως πέντε τότε, όταν έσκυψε μέσα στο αυτοκίνητό μας, γύρω στα πενήντα του αυτός, με τους βοστρύχους και την πυκνή γενειάδα του, και παίρνοντας ξαφνικά αυστηρό ύφος, τους είπε: «Ε, μωρά, και να μην κλάνετε μέσα στο αυτοκίνητο!»

Αυτός, και πολλά άλλα, ήταν ο Βάσος Φτωχόπουλλος. Ένα διαμάντι του «περιθωρίου», αντικομφορμιστής, που τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα της αβάστακτης επικρατούσας σοβαροφάνειας και σφράγισε μια εποχή, από τις πιο δύσκολες στη σύγχρονη ιστορία του νησιού μας. Βοηθώντας με τη φυσική και συγγραφική του παρουσία στην κίνηση των ιδεών, στη διαλεκτική και στη διεύρυνση των πολιτικών οριζόντων και του πολιτικού διαλόγου σε έναν τόπο όπου ακόμη και σήμερα είναι δύσκολο να γίνει δεκτή η αντίθεση πολιτική άποψη. Ένα από τα τελευταία του αυτοβιογραφικά και εξομολογητικά του βιβλία, το 2015, είχε ως τίτλο έναν στίχο από ένα από τα αγαπημένα του τραγούδια: «Περιπλανώμενος δυστυχισμένος», καθημερινό του μοτίβο τα τελευταία χρόνια. Θαρρώ πώς συνολικά του ταιριάζουν για αποχαιρετισμό οι στίχοι ενός πιο σύγχρονου τραγουδιού, που γράφτηκε από τον Βαγγέλη Γερμανό ένα βράδυ στο «Αιγαίον»

«Μια ψυχή μ’ έχει πλανέψει / στης Αφροδίτης το νησί
μα είναι κλεισμένη σ’ ένα χαρέμι / η Γιαλούσα η χρυσή
Γιαλούσα, Γιαλούσα, Γιαλούσα, Γιαλού / ως πότε γλυκιά μου θ’ ανήκεις αλλού;»

Ώρα σου καλή Βάσο. Καλή ξεκούραση και καλή αντάμωση στη Γιαλούσα

Φωτογραφία: Βιβλιοπωλείο Το Έρμα, Λευκωσία

Σχολιάστε..