Οι πρώτοι Κύπριοι στρατιώτες του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου

Η συμπλήρωση, πριν μερικές βδομάδες, ογδόντα χρόνων από την κήρυξη του πολέμου από τη Μεγάλη Βρετανία εναντίον της Γερμανίας, στις 3 Σεπτεμβρίου 1939, σηματοδοτεί και την αντίστοιχη επέτειο της άμεσης εμπλοκής και της Κύπρου, αποικίας του στέμματος από το 1925, στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Μπορεί το γεγονός που συγκλόνισε ψυχικά την πλειοψηφία των Κυπρίων να ήταν η 28η Οκτωβρίου 1940, όμως η Κύπρος, ως έδαφος και ως πληθυσμός, είχε μπει στον πόλεμο από τον Σεπτέμβριο του 1939.

Για την κυπριακή συμμετοχή στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, σε συνδυασμό με την αντίσταση του ελληνικού λαού κατά των δυνάμεων του Άξονα, αξίζει να επισκεφτούν οι αναγνώστες/ριές μας την Έκθεση «1940. Πρόσωπα και Εικόνες. Κύπρος – Ελλάδα», στο Πολιτιστικό Ίδρυμα της Τράπεζας Κύπρου, στη Φανερωμένη. Στο σημερινό σημείωμά μας θα δούμε ορισμένα χαρακτηριστικά από την κατάταξη των πρώτων Κυπρίων εθελοντών στον βρετανικό στρατό.

Στις 8 Σεπτεμβρίου 1939, ο κυβερνήτης της Κύπρου ζήτησε την κατάταξη 500 Κυπρίων στο Τμήμα Μεταφορών του βρετανικού στρατού, στις ειδικότητες οδηγών αυτοκινήτων ή μηχανικών, γραφέων και μαγείρων, άγαμων, κατά προτίμηση, ηλικίας 18 μέχρι 30 χρονών, που να μιλούσαν αγγλικά. Στα «προνόμια» της πρώτης αυτής κατάταξης η βρετανική προπαγάνδα υποσχόταν: «α. Καλαί πληρωμαί. β. Δωρεάν τροφή, οίκησις, κλίνη, σκεπάσματα κτλ. γ. Δωρεάν στολή, περίθαλψις και πλήρης πληρωμή, εις περίπτωσιν ασθενείας, νοουμένου ότι η ανικανότης δεν οφείλεται εις σφάλμα του υπό στρατολογίαν. δ. Δωρεάν οδοντιατρική περίθαλψις.» Στα πιο πάνω «προνόμια» (απουσιάζουν αναφορές σε ιδεολογικά κίνητρα) είναι σαφής η συμβολή της εμπειρίας από την κατάταξη των χιλιάδων Κυπρίων ημιονηγών του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου.

Οι βρετανικές υπηρεσίες στην Κύπρο βρέθηκαν πλήρως απροετοίμαστες για να προσφέρουν στρατιωτική εκπαίδευση στον κυπριακό πληθυσμό, ή να δεχθούν μεγάλους αριθμούς στρατιωτών. Όπως δηλώθηκε σε επίσημη ανακοίνωση του Γραφείου Πληροφοριών, μπορούσαν να γίνονται δεκτοί 50-100 άνδρες κάθε τρεις βδομάδες. Δέκα μέρες μετά την εγγραφή τους οι νεοσύλλεκτοι θα στέλλονταν στην Αίγυπτο, στο «Κυπριακόν τμήμα του αγγλικού στρατού». Στην αρχή γινόταν λόγος για αναλογική κατάταξη από κάθε επαρχία: Λευκωσία 160 άνδρες, Κερύνεια 32, Αμμόχωστος 100, Λάρνακα 63, Λεμεσός 80, Πάφος 65. Στην πράξη, η «ποσόστωση» εγκαταλείφθηκε, τουλάχιστον ως προς την περιοχή καταγωγής. Το πρώτο, πρόχειρο, στρατόπεδο ιδρύθηκε στη Λευκωσία, για την προσωρινή στέγαση των ανδρών. Στα τέλη Νοεμβρίου 1939 δημιουργήθηκε στα Πολεμίδια, έξω από τη Λεμεσό, γραφείο στρατολόγησης και κέντρο εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων, το οποίο, στη συνέχεια του πολέμου, μετατράπηκε στη μεγαλύτερη βάση για τους Κύπριους στρατιώτες στο νησί.

Το ύψος της μισθοδοσίας του «προσωπικού του Κυπριακού Τμήματος των Βασιλικών Στρατιωτικών Δυνάμεων» απασχόλησε αρκετά την αποικιακή γραφειοκρατία. Η πρώτη ανακοίνωση όριζε διαφορετικό μεροκάματο για απλούς στρατιώτες, υποδεκανείς, δεκανείς και λοχίες, αύξηση μετά από ένα και τρία χρόνια υπηρεσίας, και ημερήσιο επίδομα σιτηρεσίου, σε περίπτωση που δεν παρεχόταν τροφή. Αρχικά για τον στρατιώτη το ημερομίσθιο ορίστηκε στο ένα σελίνι και τέσσερις πένες, όσο βρισκόταν στην πατρίδα του και δύο σελίνια, όταν υπηρετούσε εκτός Κύπρου. Νέες, πιο λεπτομερείς κυβερνητικές ανακοινώσεις ενημέρωναν για την παροχή εβδομαδιαίου οικογενειακού επιδόματος, που θα μπορούσε μια μια απλή διαδικασία να λάμβανε η σύζυγος του στρατιώτη. Το επίδομα αυξανόταν για κάθε παιδί μικρότερο των 14 ετών. Αντίστοιχα χορηγήματα δικαιούνταν οι στρατιώτες «διά την συντήρησιν της στολής των, πλύσιμον, κούρευμα, κτλ.», ενώ σημαντική  για την εποχή ήταν και η αναλυτική περιγραφή του καθημερινού συσσιτίου («Το γεύμα περιλαμβάνει πάντοτε κρέας και λαχανικά»). Στις 20 Σεπτεμβρίου 1939 η προκαταρκτική εξέταση των υποψηφίων ανάγκασε τις στρατιωτικές αρχές να επανέλθουν με πιο συγκεκριμένα απαιτούμενα προσόντα, αναζητώντας «άνδρες με σχετικά ανώτερη μόρφωση». Ανάμεσα σε αυτά ήταν η βρετανική υπηκοότητα, το σχετικά λευκό ποινικό μητρώο (όχι σοβαρές καταδίκες), ο υποψήφιος να είναι «κατάλληλος για υπηρεσία», να έχει «καλή ή οπωσδήποτε ικανοποιητική μόρφωση», ύψος 1.65 εκατοστών, βάρος όχι λιγότερο από 54 κιλά, «στήθος τουλάχιστον 33 ίντζας»… Η εξήγηση για το ύψος των υποψηφίων φαντάζει, σήμερα, κωμική: «Οι εγγραφόμενοι θα έχουν να οδηγούν τροχοφόρα, τα μηχανήματα ελέγχου των οποίων είναι εις αρκετήν απόστασιν από την θέσιν του καθίσματος του οδηγού»…

Τελικώς, από εκατοντάδες άνδρες επιλέχθηκαν οι πρώτοι 52, από τις επαρχίες Λευκωσίας και Κερύνειας, που αναχώρησαν για την Αίγυπτο στα μέσα Οκτωβρίου 1939. Πρώτος καταγράφηκε ο υποδεκανέας Nevzat Halil, από τη Λευκωσία, με στρατιωτικό αριθμό CY 1, και ημερομηνία κατάταξης 2 Οκτωβρίου 1939. Θα ακολουθούσαν χιλιάδες άλλοι. Τα κίνητρα του καθενός, διαφορετικά.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Ο Φιλελεύθερος» στις 5 Οκτωβρίου 2019

Επιθεώρηση των πρώτων Κυπρίων στρατιωτών που αναχώρησαν από την Κύπρο για την Αίγυπτο, στις 13 Οκτωβρίου 1939, από τον τότε κυβερνήτη της Κύπρου Sir William D. Battershill. Ο Κυβερνήτης φαίνεται σκεφτικός, για άγνωστο λόγο. Σε πρώτο πλάνο ένας Κύπριος υποδεκανέας, από τους έξι συνολικά εκείνης της ομάδας (δύο Τούρκους και τέσσερις Έλληνες σύμφωνα με τους πάντα «ακριβοδίκαιους» Βρετανούς). Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στο Πέτρος Παπαπολυβίου (Εισαγωγή – επιμέλεια), Οι Κύπριοι εθελοντές του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου: Τα Μητρώα, οι Κατάλογοι και ο Φόρος του Αίματος, Λευκωσία 2012.

 

Η ανακοίνωση των αποικιακών αρχών για την πρώτη κατάταξη Κυπρίων στον βρετανικό στρατό για τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, όπως δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες της Λευκωσίας στις 8 Σεπτ. 1939.

Ις

 

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s