Του Αριστείδη

Ένα από τα πιο άχαρα παρελκόμενα της διατήρησης τακτικής στήλης σε μια εφημερίδα, εν προκειμένω στον «Φιλελεύθερο» από τον υπογράφοντα, είναι το γράψιμο νεκρολογίας για αγαπημένα πρόσωπα που φεύγουν από τη ζωή. Έτσι και σήμερα, το πρώτο άρθρο της στήλης για το νέο έτος, αφορά έναν καλό φίλο, τον Αριστείδη Λ. Κουδουνάρη, στον οποίο είχα αφιερώσει τη στήλη μόλις πριν επτά βδομάδες (24 Νοεμβρίου 2018), για την παρουσίαση της έβδομης έκδοσης του «Βιογραφικού Λεξικού Κυπρίων 1800-1920» του. Ο θάνατός του (28 Δεκεμβρίου 2018) ήρθε ξαφνικά, βυθίζοντας στη θλίψη τους οικείους και τους φίλους του.

Ο Αριστείδης Λ. Κουδουνάρης διέθετε χαρακτηριστικά που τον έκαναν μοναδικό στον κυπριακό μικρόκοσμο: Ευγένεια, καταδεκτικότητα, γενναιοδωρία, μετριοφροσύνη και ανδρεία – η τελευταία όταν χρειάστηκε να διασφαλίσει την προσωπική του ζωή. Παρότι Λεμεσιανός, με πατρική καταγωγή από μεγάλη οικογένεια της πόλης, ζούσε εδώ και έξι δεκαετίες στη Λευκωσία. Στην κυπριακή βιβλιογραφία εμφανίστηκε με το βιβλίο «Μερικαί παλαιαί οικογένειαι εν Κύπρω», το 1972. Ήταν ένα πρωτοποριακό βιβλίο για την εποχή του και τη γενικότερη ελληνική ιστοριογραφία (είχε προηγηθεί το 1939 το «Ιστορία και γενεαλογία της μεγάλης κυπριακής οικογένειας Φραγκούδη και των συγγενικών οικογενειών», ενός άλλου ωραίου Λεμεσιανού, του Γεώργιου Σ.  Φραγκούδη), όπου κατέγραφε τα γενεαλογικά δένδρα ορισμένων από τις πιο «μεγάλες» οικογένειες του νησιού μας (Βοντιτσιάνου, Γλυκύ, Καρύδη, Λανίτη, Μενάρδου, Παλαιολόγου, Περιστιάνη, Πιερίδη, Φραγκούδη). Για κάθε οικογένεια και τα κύρια παρακλάδια της είχε φτιάξει το οικογενειακό δένδρο, χρησιμοποιούσε στοιχεία από δημόσια και ιδιωτικά αρχεία, δημοσίευε σπάνιες και μοναδικές φωτογραφίες, επιτύμβιες πλάκες, οικόσημα ή έγγραφα.

Η σημασία και η χρηστικότητα του βιβλίου αυτού ήταν τεράστια και όχι μόνο για τους απογόνους των «παλαιών οικογενειών». Πρόκειται για ένα πανόραμα της ιστορίας της Κύπρου των τελευταίων αιώνων, που αποδείχθηκε χρηστικότατο εργαλείο για τους μελετητές και τους ιστορικούς.

Καθόλου τυχαία, λίγα χρόνια αργότερα (1979) ο Γεώργιος Σ. Γεωργαλλίδης εκδίδοντας από το Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών το βιβλίο του “A Political and Administrative History of Cyprus, 1918-1926”, ένα βιβλίο που αποτέλεσε σταθμό για τη σύγχρονη κυπριακή ιστοριογραφία, συμπεριέλαβε στην έκδοση σύντομα βιογραφικά σημειώματα για τους Έλληνες Κυπρίους πρωταγωνιστές της πολιτικής ζωής του τόπου στις πρώτες δεκαετίες της Αγγλοκρατίας, γραμμένα από τον Α. Λ. Κουδουνάρη. Και αυτό το παράρτημα αποδείχθηκε χρηστικότατο, ιδιαιτέρως εκείνη την εποχή.

Αυτό το υπόβαθρο και οι ανάλογες πλούσιες γνώσεις οδήγησαν δέκα χρόνια αργότερα, το 1989, στην πρώτη έκδοση του «Βιογραφικού Λεξικού Κυπρίων 1800-1920» που γνώρισε επτά εκδόσεις μέχρι το 2018, «επηυξημένες» κάθε φορά και αποτέλεσε το κυριότερο έργο του εκλιπόντος: κυριολεκτικά έργο ζωής. (Εξέδωσε και βιβλίο για το Αρσάκειο και την Κύπρο, το 2014.) Η συνεργασία με τον Γεωργαλλίδη, τον πρώτο και πιο σημαντικό Κύπριο ιστορικό  της Αγγλοκρατίας, βοήθησε τον Κουδουνάρη και στο εξής: Στο να αποδεχθεί για τον εαυτό του την ιδιότητα του «ιστοριοδίφου», την οποία κράτησε πεισματικά, τίμησε και ξεπέρασε τα επόμενα χρόνια. Και ως «ιστοριοδίφης» έφυγε από τη ζωή, παρά το πλούσιο έργο του και παρότι, στην εποχή μας, οι «ιστορικοί» έχουν πολλαπλασιαστεί, είτε λόγω του αφεύκτου πληθωρισμού είτε της επικρατούσας αμετροέπειας.

Στις επάλληλες εκδόσεις του «Βιογραφικού Λεξικού» διακρίνουμε τη συνεχή εξέλιξη του Κουδουνάρη ως ερευνητή και ως συγγραφέα, παρά τη λογία γραφή και το αρχαΐζον ύφος που επέμενε να χρησιμοποιεί άχρι θανάτου, ενίοτε και με κανένα παραπανίσιο τελικό ν στις καταλήξεις. Πιο σημαντική  τομή στα χρόνια 1989-2018 ήταν η βιογράφηση και η συμπερίληψη δεκάδων Τουρκοκυπρίων, στις εκδόσεις που ακολούθησαν το άνοιγμα των κατοχικών οδοφραγμάτων, μετά το 2003. Και για αυτούς η διαδικασία ήταν η ίδια: Μελέτη της βιβλιογραφίας και κατόπιν προσωπικές επισκέψεις στους βιογραφούμενους, εάν ζούσαν, ή στους κατιόντες συγγενείς. Και παράλληλα, πολύωρες καθημερινές επισκέψεις στη Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Μακαρίου Γ΄, ειδικά όταν έφτανε ο χρόνος της επανέκδοσης του Λεξικού.

Έχοντας γνωρίσει τον Αριστείδη Κουδουνάρη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν είχε πρωτοεκδώσει το «Λεξικόν» και είχε πρωτοστατήσει στην ίδρυση της «Κυπριακής Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών», θεωρώ ότι το κυριότερο του χάρισμα, πέρα από το χιούμορ και τη διακριτικότητά του, αλλά και τη μεθοδικότητα και την αφοσίωση που επέδειξε στο συγγραφικό του έργο, ήταν η ικανότητά του να δίνει φτερά στους νέους ερευνητές που κατέφευγαν κοντά του. Ένα χάρισμα που «ηύξανε», κατά πώς θα έγραφε και ο ίδιος, με την πάροδο των ετών. Μαζί με τη γλυκύτητά του.

Καλό ταξίδι, Τείτη.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Ο Φιλελεύθερος» στις 5 Ιανουαρίου 2019

 

Η φωτογραφία (αρχείο Πανεπιστημίου Κύπρου) από την απονομή στον Α. Κουδουνάρη από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, τον Φεβρουάριο του 2011, του βραβείου «για την προσφορά στην κοινωνία και τον πολιτισμό», για την υποδειγματική συγγραφική εργασία του στη σύνταξη του Βιογραφικού Λεξικού του, καθώς και για τη συνολική του προσφορά στην καλλιέργεια της ιστοριογραφικής παραγωγής της Κύπρου.

 

 

 

 

 

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s