Γράμμα σε ένα νέο φιλόλογο

Έγιναν την περασμένη βδομάδα οι τελετές αποφοίτησης του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ανάμεσα στους περισσότερους από 1500 πτυχιούχους, μεταπτυχιακούς φοιτητές και διδάκτορες ήταν και αρκετοί φοιτητές και φοιτήτριές μας, απόφοιτοι του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας κυρίως, αλλά και άλλων Τμημάτων και Σχολών του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Σε όλους αυτούς, και ιδιαίτερα σε όσους και όσες είχαν βρεθεί το Σάββατο 13 Απριλίου 2013 στην Κακοπετριά για να παρακολουθήσουν το «Κοινόν Κυπρίων», την Α΄ Επιστημονική συνάντηση φοιτητών & αποφοίτων του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και ιστορικών / ερευνητών, αφιερώνω – ως παλιά οφειλή και υπόσχεση στον Ανδρέα Τ.- την ανακοίνωσή μου εκείνη τη μέρα, με τίτλο «Από την αλληλογραφία ενός χαρισματικού μαθητή με ένα φωτισμένο δάσκαλο: Γράμματα του Ανδρέα Ευθυμιάδη προς τον Βασίλειο Τατάκη (1925-1934)».

 

Ανδρέας Ευθυμιάδης προς Βασίλειο Τατάκη

Την περίοδο 1923-1926 εργάστηκε στο Γυμνάσιο Λεμεσού ο φιλόλογος Βασίλειος Τατάκης. Γεννημένος στην Άνδρο το 1897, ο Τατάκης σπούδασε στη Σμύρνη, στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και στη Σορβόνη. Εργάστηκε ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση σε πολλές ελληνικές πόλεις και το 1958 εκλέχθηκε καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχοντας χάσει την όρασή του από το 1969, πέθανε στην Αθήνα το 1986.

 

Ο Τατάκης αναφέρει ως «καλύτερο μαθητή που είχε στη Μέση Παιδεία» τον Λεμεσιανό Ανδρέα Ευθυμιάδη, στον οποίο αφιερώνει δυο σελίδες στα Απομνημονεύματά του. Ο Ευθυμιάδης γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1908 και ήταν εγγονός του Ανδρέα Θεμιστοκλέους, του μεγάλου δάσκαλου της πόλης. Το 1922 σε ηλικία 14 ετών έχασε τον πατέρα του, τον δικαστή Μιλτιάδη Ευθυμιάδη, γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Υπήρξε μαθητής του Τατάκη στη Λεμεσό στις δύο τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου και σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Από τα ελάχιστα τμήματα του αρχείου του που διέσωσε ο Τατάκης, ήταν 26 επιστολές του Ανδρέα Ευθυμιάδη. Μου τις παραχώρησαν εδώ και αρκετά χρόνια οι κόρες του, Νίκη και Αργυρώ Τατάκη, τις έχω δακτυλογραφήσει και υπομνηματίσει και ελπίζω σύντομα να εκδοθούν. Ο αδελφός του Ανδρέα Ευθυμιάδη, Προκόπης, διέσωσε κι άλλες επιστολές του Ανδρέα σε σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους του μεσοπολέμου, που αναδεικνύουν ένα σπάνιο και χαρισματικό μυαλό. Παράλληλα, φωτίζουν πτυχές της ζωής της Λεμεσού του 1925-1926 και της φοιτητικής Αθήνας του 1926-1932.

 

Στο αρχείο με τις επιστολές προς τον Τατάκη, σώζονται και δυο μαθητικές εκθέσεις του Ανδρέα Ευθυμιάδη του 1925-1926. Μια τρίτη έκθεσή του για τον «Όρκο των Αθηναίων Εφήβων» δημοσίευσα πριν από 15 χρόνια, από το αρχείο του ξαδέλφου του, Γιαννάκη Δρουσιώτη. Παραθέτω πρώτα ένα απόσπασμα από την έκθεσή του «Τι θα σπουδάσω και γιατί», του Ιουνίου 1926. Σημειώνω ότι ο Ευθυμιάδης από τα μαθητικά του χρόνια ήταν δημοτικιστής και για αυτό μην εκπλαγείτε από ορισμένους ακραίους τύπους.

Θα σπουδάσω Φιλολογία· όχι γιατί δεν έχω τίποτε άλλο να κάμω, είτε γιατί αυτή πιο άφτονα θα μου «πορίση τα προς το ζήν». Θα τη σπουδάσω γιατί μ’ αρέσει· γιατί δηλαδή είναι, κατά τη γνώμη μου, η επιστήμη, που, πιο πολύ από κάθε άλλη, θα μου δώση την ευκαιρία και θα μου επιβάλη να μελετήσω ωρισμένα ζητήματα που χρωστώ και που μ’ αρέσει να μελετήσω. (…) Ένοιωσα πολλές φορές τη σκέψη να με βασανίζη. Με τη Φιλολογία, θα πασκίζω πάντα, να ικανοποιώ τη σκέψη μου. Τη σκέψη μου, τη ψυχή μου, το πνεύμα μου.

Κι ύστερα, θα πασκίζω να μεταδώσω τη σκέψη μου σ’ άλλους.

Διαβάζοντας την ιστορία και πιο πολύ την ιστορία των νέων χρόνων, θα μελετήσω ζητήματα που χρωστά καθένας να μελετά και να ενδιαφέρεται. Θα καταλήξω σε ωρισμένα συμπεράσματα, και τα συμπεράσματα αυτά θα τα μιλήσω με τους μαθητές μου. Σα φωτισμένος που θάμαι, θα χρωστώ να φωτίσω, όσο μου είναι βολετό και τους γύρω μου, και τους μακριά μου αν μπορώ.

Θα με συγκινούν και θα μελετώ τους αρχαίους, θα βλέπω και θα μελετώ τα τωρινά, για να μπορέσω να ονειρευτώ και να ζητήσω τα μελλούμενα.

Ο Ανδρέας Ευθυμιάδης ήταν ένας φοιτητής πάνω από το συνήθη μέσο όρο του άριστου. Από τα μαθητικά του χρόνια είχε μεταφράσει Όμηρο και είχε διαβάσει Νίτσε, Όσκαρ Ουάιλντ, ακόμη και Μπακούνιν και μαρξιστική  θεωρία. Η προσγείωσή του στη φοιτητική ζωή στην Αθήνα, το φθινόπωρο του 1926, λίγες βδομάδες ύστερα από την ανατροπή της δικτατορίας του Πάγκαλου ήταν μάλλον ανώμαλη, όπως συμβαίνει για όλους σχεδόν τους πρωτοετείς. Το ευτύχημα για αυτόν ήταν ότι μαζί του στην Αθήνα μετακόμισε και η μητέρα του μαζί με τα δυο μικρότερά του αδέλφια.

Γράφει στην πρώτη του επιστολή από την Αθήνα στον Τατάκη, στις 3 Νοεμβρίου 1926:

Δε ξέρω, ίσως επειδή είναι αρχή, μα πρέπει να τ’ ομολογήσω, νοιώθω χίλιω – λογιώ συναισθήματα αλόκοτα, κάθε άλλο από ευάρεστα. Νοιώθω πως δε θα μπορέσω να μελετήσω όπως θέλω και να ζήσω όπως θέλω. Ακόμα δεν είδα καμμιά διαφορά στη ζωή μου, από την Κυπριώτικη. 38 ώρες μάθημα την εβδομάδα στο πανεπιστήμιο, κι αυτό ασκημοβαλμένο στο πρόγραμμα, σε σκλαβώνουν κυριολεκτικώς. (…) Στο Πανεπιστήμιο βλέπω, ούτε τον γενικό δρόμο της επιστήμης σου δε σου δείχνουν. Να π.χ., ένα σωρό φλυαρίες και περιττολογίες σου αραδιάζουν, που είσαι υποχρεωμένος να τις γράφεις σα δαιμονισμένος, γιατί συγγράμματα δεν υπάρχουν, και να μη μπορής να συμπληρώνης τα κενά που αφήνεις, είτε που αφήνουν εκείνοι. Και νάσαι υποχρεωμένος, στη σχολαστικώτατη αυτή δουλειά, ν’ αντιγράφης και να αναδιφής διαρκώς τις σημειώσεις σου!

Πάω να ξεχάσω το σκοπό μου και τον σκοπό του φιλόλογου. Έπαψα να νοιώθω τα συναισθήματα εκείνα τα ευχάριστα που μ’ έσπρωξαν στην απόφασή μου. Και τώρα διερωτώμαι, γιατί σπουδάζω φιλολογία; Έλεγα πως θα σπουδάσω φιλολογία γιατί αυτή θα μου δώση αφορμή να μελετήσω ωρισμένα πράματα, ωρισμένα ζητήματα που μ’ ενδιαφέρουν και που πρέπει να μελετήση κάθε άνθρωπος. Έλεγα, πως θάταν ωραίο πράμα, να μελετήσης και να σκεφθής, και το συμπέρασμα της σκέψης σου και της μελέτης σου να το μεταδώσης ζωντανό στους μαθητές σου. Μα έτσι που πάμε, δε βλέπω να γίνεται τίποτε τέτοιο!

Στη συνέχεια ο Ανδρέας Ευθυμιάδης προσαρμόστηκε στη φοιτητική ζωή. Τα γράμματά του στον παλιό του φιλόλογο είναι συνήθως μακροσκελή, κάποιες φορές 8 και 12 σελίδων. Περιγράφει τους καθηγητές του, με θετικά και αρνητικά σχόλια, παραθέτει κομμάτια από τις παραδόσεις τους, τις θέσεις τους για το γλωσσικό ζήτημα και παράλληλα γράφει για τις «καλλιτεχνικές απολαύσεις» στις οποίες συμμετέχει: Στο θέατρο βλέπει Κοτοπούλη και Κυβέλη. Παρακολουθεί ανελλιπώς, αν και ομολογεί ότι νοιώθει αδαής, εκθέσεις ζωγραφικής και συναυλίες κλασικής μουσικής. Γράφει για τις καινούργιες εκδόσεις και για τα βιβλία που αγοράζει. Από τον πρώτο χρόνο συνδέεται με έναν εκδρομικό όμιλο και ακολουθεί όλες τις εκπαιδευτικές εκδρομές της Σχολής του ή παίρνει μέρος σε αρχαιολογικές ανασκαφές. Ταξιδεύει στις Μυκήνες, στην Αρκαδία, στη Μάνη, στην Εύβοια, στην Κρήτη, στη Χίο, στους Δελφούς, στη Θεσσαλονίκη, αλλά και στην Κωνσταντινούπολη και στο Μοναστήρι της Σερβίας. Το καλοκαίρι του 1932 στην Ευρυτανία κάνει με μουλάρι τη διαδρομή Προυσός – Καρπενήσι, ακολουθώντας το ταξίδι του Αλέξανδρου Πάλλη στον «Μπρουσό» του. Τις διακοπές του τις περνούσε με την οικογένειά του, συνήθως στις Σπέτσες. Παράλληλα, μετέχει ενεργά της φοιτητικής ζωής, εκδίδει περιοδικό, κάνει την πρώτη του επιστημονική δημοσίευση, για την ποίηση του Κρυστάλλη, βρίσκεται στην πρωτοπορία των φοιτητικών κινητοποιήσεων, ιδρύοντας τον «Σύνδεσμο των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής», συγκρούεται με τις πανεπιστημιακές αρχές,  απογοητεύεται από τα κόμματα. Μαθαίνει γερμανικά από το πρώτο έτος, ενώ όταν φτάνει στο τρίτο έτος δηλώνει πια «πολύ ευχαριστημένος γιατί μελετά 6 ώρες απάνω – κάτω την ημέρα». Από τον Δεκέμβριο του 1926 τον έχει κερδίσει ο Κωνσταντίνος Άμαντος, και η ιστορία των Μέσων και Νεοτέρων Χρόνων: Γράφει για τον καθηγητή Άμαντο:

Άνθρωπος γλυκομίλητος, που σε τραβά κοντά του. Άνθρωπος απλός χωρίς καμμιά επίδειξη και πομπές· όχι πομφολυγώδης δηλαδή. Στην εξέταση της ιστορίας, προσπαθεί, αγωνίζεται, να στέκη όσο μπορεί πιο αντικειμενικός. Δε βλέπει τα ξερά τ’ ασήμαντα γεγονότα, αποκλειστικά, θέλει απ’ αυτά κάτι να βγάλη.

Ο Ευθυμιάδης γράφει στον Τατάκη τα νέα του Πανεπιστημίου και της πνευματικής ζωής της Αθήνας. Συζητούν ακόμη για φιλοσοφικά και γλωσσικά θέματα, ζητήματα αισθητικής και πολιτικής επικαιρότητας.

To 1932 o Ευθυμιάδης αποφοίτησε με άριστα από τη Φιλοσοφική Σχολή. Συνεχίζει να μελετά, έχει αποφασίσει ότι θα κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην ιστορία αλλά, παράλληλα, ζει και αυτός τις συνέπειες της μεγάλης οικονομικής κρίσης, του 1929-1933. Γράφει απογοητευμένος στον Τατάκη, τον Απρίλιο του 1932: «Αλήθεια για ν’ ανέβη κανείς, στον τόπο μας τουλάχιστο, πρέπει νάναι ή να γίνη μικρός», ενώ συμπληρώνει έξι μήνες αργότερα:

Η μελέτη χρειάζεται ψυχική γαλήνη, που δε μπορεί να υπάρξη όταν υπάρχη η οικονομική απειλή. Και τουλάχιστο να μπορούσε επαγγελματικώς να εργαστώ; (…) Αποφάσισα λοιπόν να μείνω στην Αθήνα όσο να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, μελετώντας και διδάσκοντας λίγες ώρες. Και το τελευταίο τούτο όμως δεν είναι εξασφαλισμένο, επειδή η κρίση απειλεί να κλείση το σχολείο, που δίδαξα πέρυσι! Αυτή η αβεβαιότητα σ’ όλα μου είναι αφάνταστα εκνευριστική. Υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσα να διοριστώ σε μια αρχαιολογική θέση, που θα με βοηθούσε πολύ στον καταρτισμό μου και θα μου επέτρεπε να μη είμαι βάρος στους δικούς μου Αλλά… Μη μου πήτε πως «τα εμπόδια οπλίζουν πιότερο για τη ζωή». Είναι εμπόδια κι εμπόδια. Κι είναι περιστάσεις και περιστάσεις. Σήμερα η όποια ενεργητικότητα κι εργατικότητα συντρίβεται. Η κατεργαριά μόνο κάτι κάνει. Και κατεργάρης δεν έχω σκοπό να γίνω…

Ο Ανδρέας Ευθυμιάδης εργάστηκε ένα χρόνο στην Αλεξάνδρεια και τον Σεπτέμβριο του 1935 κέρδισε μια υποτροφία του Πανεπιστημίου Αθηνών για μεταπτυχιακές σπουδές και έφυγε για το Μόναχο. Δυστυχώς, εκεί τον κτύπησε ο καρκίνος και έφυγε από τη ζωή τρεις μήνες αργότερα, στα 27 του χρόνια. Τα νεοελληνικά γράμματα και η Ιστορία έχασαν έναν άνθρωπο που είχε όλα τα προσόντα και τις δυνατότητες να αφήσει εποχή. Ο δάσκαλός του, Βασίλης Τατάκης, δεν τον ξέχασε ποτέ. Στα απομνημονεύματά του γράφει: «Πριν γίνω πατέρας ένιωσα τι θα πει να χάνεις ένα εκλεκτό μάλιστα παιδί σου, να χάνεις ένα κομμάτι του εαυτού σου. Πέρασαν 36 χρόνια από τότε. Πικρός, πάντα, πόνος συνοδεύει τη μνήμη του.»

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s