Οι απαγχονισθέντες του Σεπτεμβρίου 1956: Κουτσόφτας, Μαυρομμάτης, Παναγίδης

Συμπληρώθηκαν αυτή τη βδομάδα εβδομήντα χρόνια από τον απαγχονισμό στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας των Μιχαήλ Κουτσόφτα, Στέλιου Μαυρομμάτη και Ανδρέα Παναγίδη, την Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 1956. Ήταν η δεύτερη τριάδα απαγχονισθέντων αγωνιστών της ΕΟΚΑ από τους Βρετανούς, ύστερα από την προηγούμενη ομάδα των Ανδρέα Ζάκου, Χαρίλαου Μιχαήλ και Ιάκωβου Πατάτσου, εκτελεσθέντων στις 9 Αυγούστου 1956 και αφού είχαν προηγηθεί οι πρωτομάρτυρες της αγχόνης Ανδρέας Δημητρίου και Μιχαήλ Καραολής, που είχαν οδηγηθεί στο ικρίωμα τον Μάιο της ίδιας χρονιάς. Από τις ιδιαιτερότητες των τριών απαγχονισμών του Σεπτεμβρίου 1956 αξίζει να σταθούμε πρώτα σε κάποια σημεία της διαδικασίας, που σχολιάστηκαν ιδιαίτερα από τους συνηγόρους των τριών αγωνιστών, Μιχαλάκη Τριανταφυλλίδη, Γλαύκο Κληρίδη, Τίτο Φάνο και Ρένο Λυσιώτη.

Οι Κουτσόφτας και Παναγίδης κατηγορήθηκαν και εκτελέστηκαν για τον φόνο ενός υποσμηνία της Βασιλικής Αεροπορίας. Αντίθετα, ο Μαυρομμάτης απαγχονίστηκε για απόπειρα φόνου εις βάρος δύο Βρετανών αεροπόρων, καθώς πυροβόλησε ανεπιτυχώς εναντίον τους. Μάλιστα, ο Βρετανός δικαστής είχε κάνει και μαύρο χιούμορ κατά την απαγγελία της καταδίκης του Στ. Μαυρομάτη: «Είναι αληθές ότι ουδείς των αεροπόρων εβλήθη και τούτο είναι ευτυχές γεγονός, αλλά δεν οφείλεται εις την καλήν σας θέλησιν, αλλ’ εις την κακήν σας σκόπευσιν». Αντίθετα, οι δικηγόροι του αγωνιστή από τον Λάρνακα της Λαπήθου υπέδειξαν «ότι είναι τερατώδες να καταδικάζεται εις θάνατον ένοχος αποπείρας φόνου προς εμπαιγμόν οιασδήποτε εννοίας δικαίου ως έχει διαμορφωθή εις όλας τας πεπολιτισμένας χώρας».

Οι συνήγοροι των απαγχονισθέντων κατήγγειλαν επίσης τη σπουδή των βρετανικών αρχών, καθώς μόλις τέσσερις μέρες πριν (17 Σεπτεμβρίου 1956) είχε ανακοινωθεί η απόρριψη από το Ανακτοβούλιο των εφέσεων των τριών θανατοποινιτών και αμέσως ο κυβερνήτης Τζον Χάρντινγκ έσπευσε να εκτελέσει τις ποινές. Η ομάδα των Κυπρίων δικηγόρων συναντήθηκε με τον Κυβερνήτη στις 20 Σεπτεμβρίου 1956 ζητώντας την επιείκεια προς τους πελάτες τους, που θα ήταν και μέσα στο πνεύμα της αμνηστίας που είχε κηρύξει ο Χάρντινγκ, και την καθυστέρηση για λίγες ημέρες της εκτέλεσης της ποινής για να υποβαλλόταν τεκμηριωμένη αίτηση χάριτος. Σύμφωνα με τον Άγγλο ιστορικό Ρόμπερτ Χόλλαντ, ο Κυβερνήτης άκουσε τους Κύπριους δικηγόρους, «φαινομενικά ασυγκίνητος»: «Ο πυρήνας των επιχειρημάτων του ήταν ότι (…) όσο διαρκούσε η βία, δεν μπορούσε να υπάρξει «μέση οδός» σε ό,τι αφορούσε την αυστηρή εφαρμογή του νόμου».

Στο Λονδίνο ο υπουργός Αποικιών Άλαν Λέννοξ Μπόϊντ, παρέπεμψε στον Χάρντινγκ όσους ζήτησαν από τη βρετανική κυβέρνηση να χαρίσει στους νεαρούς Κύπριους τις ζωές τους: «Κατά καθιερωμένον έθιμον», δήλωσε, «εις παρομοίας περιπτώσεις το προνόμιον της παροχής χάριτος ανήκει κατά κύριον λόγον εις τον κυβερνήτην της αποικίας». Από τις υπόλοιπες αντιδράσεις, επισημαίνουμε ότι η αμερικανική κυβέρνηση αποδοκίμασε έμμεσα τους νέους απαγχονισμούς, ενώ στην Ελλάδα προκάλεσε αίσθηση η κίνηση των εκπροσώπων της Σοβιετικής Ένωσης να υψώσουν μεσίστια τη σημαία της χώρας τους στο περίπτερο της χώρας στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, αμέσως μετά τις εκτελέσεις. Στο Δουβλίνο, επίσης, το Εθνικό Συμβούλιο Σπουδαστών εξέδωσε ψήφισμα διαμαρτυρίας. Στην Αθήνα ο Δήμαρχος της πόλης δήλωσε ότι με τους απαγχονισμούς οι Έλληνες «αναγκάζονται να μισήσουν τους πρώην συμπολεμιστές τους στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο», ενώ η Αστυνομία απαγόρευσε, για τον φόβο επεισοδίων, στους Κύπριους φοιτητές της πρωτεύουσας να καταθέσουν στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη.

Τέλος, αξίζει να σταθούμε σε μια είδηση από τα μικρά των αθηναϊκών εφημερίδων της 21 Σεπτ. 1956, ενδεικτική του μεγέθους της επίσημης ελλαδικής αντίδρασης: «Ο πρόεδρος και τα μέλη της κυβερνήσεως δεν παρέστησαν κατά την χθεσινήν πρώτην παράστασιν των αμερικανικών μπαλέτων εις ένδειξιν πένθους διά τους επικειμένους απαγχονισμούς των τριών Κυπρίων πατριωτών»…

Σε πρώτη μορφή δημοσιεύθηκε στην εφημ. “Ο Φιλελεύθερος” στις 23 Σεπτεμβρίου 2006 με τίτλο “Κουτσόφτας, Μαυρομμάτης, Παναγίδης”.

Ο Ανδρέας Παναγίδης ήταν ο μόνος από τους εννιά απαγχονισθέντες αγωνιστές της ΕΟΚΑ που είχε παιδιά, τρία μάλιστα και πολύ μικρά. Εδώ από τις εφημερίδες της 20ης Σεπτεμβρίου 1956 η οικογένειά του: Η σύζυγός του Γιαννούλα με τον Άρη, την Αυγή και τη Δέσποινα στην αγκαλιά της.

Σχολιάστε..