Για τον Μιχάλη Πασιαρδή (1941-2021)

Έγινε σήμερα, Τρίτη του Πάσχα, 4 Μαΐου 2021 η κηδεία του ποιητή Μιχάλη Πασιαρδή στη γενέτειρά του, Τσέρι. Ο Πασιαρδής ήταν ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους ποιητές του τόπου μας. Γεννημένος το 1941 ήταν από τους επιφανέστερους ποιητές της «γενιάς του 1960» ή «γενιάς της ανεξαρτησίας» και το σημαντικότερο, απολάμβανε την αναγνώριση της ποιητικής του από τους ομότεχνούς του. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα, ανάμεσα σε αυτούς που τον αποχαιρέτησαν εκφωνώντας επικήδειο ήταν ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, κατά γενική ομολογία ο κορυφαίος εν ζωή Κύπριος ποιητής. Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ανάμεσα στα άλλα σημαντικά που είπε, επεσήμανε ότι ο Πασιαρδής ανήκε στη σειρά των μεγάλων ποιητών της πατρίδας μας.

Ο Πασιαρδής εξέδωσε 16 ποιητικές συλλογές, με πρώτη, της νεότητος, το 1962 και τελευταία, τα «Τετράστιχα» [Α και Β], το 2017, από τις εκδόσεις «Αιγαίον». Οι τελευταίες του συλλογές («Τετράστιχα», 1999 και 2017) και «Τζιυπριανός» («Αιγαίον», 2014), είναι γραμμένες ή μάλλον πελεκημένες λέξη με λέξη, στη διάλεκτό μας. Επιλογή απολύτως συνειδητή. Όπως γράφει ο εκδότης των «Τετράστιχων», Βάσος Φτωχόπουλλος στον πρόλογό του στην έκδοση του 2017, «Τα Τετράστιχα του Πασιαρδή είναι μικρά διαμάντια ενός κόσμου που αρνείται να χαθεί, αρνείται να σβήσει. Είναι ο κόσμος μιας άλλης Κύπρου, που εδώ και χρόνια οι κυπριλλήδες δολοφονούν με κάθε τρόπο. Η άλλη Κύπρος ζει και παλεύει λόγω ποίησης. Τα Τετράστιχα του Πασιαρδή είναι η ποίηση που καθημερινώς δολοφονούμε. Είναι η άλλη Κύπρος που αντιστέκεται, είναι ο τόπος μας που επιμένει να έχει όνομα, να έχει ταυτότητα, να έχει όραμα»…

Αρκετά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν. Από τα πιο γνωστά των πρώτων χρόνων μετά την τουρκική εισβολή ήταν το «Βουνό μου Πενταδάκτυλε» και «Την Κύπρο ζώσαν οι καημοί» (σε μουσική του Νάσου Παναγιώτου και εκτέλεση του Αντώνη Καλογιάννη και της Μαρινέλλας, αντίστοιχα), αλλά και το εμβληματικό «Είμαστε Έλληνες» (1976), που τραγουδήθηκε από τον Γιώργο Νταλάρα. Στίχοι πικροί αλλά γραμμένοι με απόλυτη επίγνωση. Ο Πασιαρδής δεν είχε ποτέ πρόβλημα εθνικής ταυτότητας ή «ταυτοτικού προσανατολισμού». Όμως δεν είχε και ποτέ συμπλέγματα κατωτερότητας απέναντι σε όσους νομίζουν ότι Έλληνες είναι μόνο οι «της Αθήνας» και οι υπόλοιποι, που «βρισκόμαστε μακράν», δεν έχουμε καν λόγο…

Δεν είν’ η πρώτη σας φορά που μας πουλήσατε.

Το ’χετε ξανακάνει, χρόνια πριν, σ’ άλλους αιώνες,

όταν μας ξεπουλούσατε στους Πέρσες

Και όμως ζήσαμε. Κι αντέξαμε σκλαβιές και κούρσα,

τα φέραμε δεξά με την αναβροχιά και την ακρίδα.

Είμαστε Έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα,

τώρα μας ρίξατε στους Τούρκους

το αίμα πότισε πλούσιο τη γη

κι αλυσοδέσανε βαριά τον Πενταδάχτυλο. Είμαστε Έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα,

τίποτα απ’ την Αθήνα. Είμαστε Έλληνες,

Έλληνες του πικρού καιρού

και της Απελπισίας.

Στα «πολιτικά» ή «ιστορικά» ποιήματά του υμνεί τους αγώνες του Ελληνισμού, τον Γρηγόρη Αυξεντίου, την Παλιγγενεσία του 1821, τους πεσόντες και τους αγνοούμενους του 1963-1964 και του 1974, τον Πεντάδακτυλο, τον Άγιο  Ιλαρίωνα και τα χώματα της Μεσαρκάς, τον Λόρκα και τον Ερνέστο Γκουεβάρα, τους χαμένους νέους στο Βιετνάμ και τη χαμένη άνοιξη της Τσεχοσλοβακίας. Οι ήρωές του προσαρμόζονται στην καθημερινότητα του σύγχρονου ανθρώπου, συνήθως με έναν ανεπαίσθητο ελαφρύ σαρκασμό. Γράφει στον «Κύπριο πολιτευόμενο εν έτει 1970» (συλλογή Δια-στάσεις, Κύπρος 1972)

Στ’ ανάχωμα ενός τάφου νεκρού αγωνιστή

στεκόντανε και φώναζε, βαριά, για ν’ ακουστεί.

Κι’ ο ωραίος νεκρός που κείτονταν χρόνια κάτ’ απ’ το χώμα

σεμνά συλλογιζόντανε πως τον θρηνούν ακόμα.

Ο Πασιαρδής έγραψε και θεατρικά έργα, που παρότι έγιναν μεγάλες επιτυχίες στον καιρό τους, δεν έχουν εκδοθεί. Διατηρούσε για πάνω από τριάντα χρόνια καθημερινή στήλη στον «Φιλελεύθερο» και για πάνω απο σαράντα χρόνια δούλεψε στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ) ως λειτουργός και κατόπιν ως συνεργάτης. Μια εκπομπή του, που αγαπήθηκε στο ΡΙΚ, ήταν το «Καλημέρα σας»: μικρά σημειώματα που μεταδίδονταν στις 6.15 το πρωί με σκέψεις του Πασιαρδή για «ανεπίκαιρα» καθημερινά θέματα, την αγάπη, την καλοσύνη, τη λιτότητα, την αρχοντιά της παλιάς Κύπρου και των ανθρώπων της. Μικρά μηνύματα που «έφτιαχναν τη μέρα» και τη διάθεση στους ακροατές και τις ακροάτριές του. (Μια ανθολόγηση εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2006, από την Ε.Υ.Ρ.Ι.Κ., με πρόλογο της Μαρίας Ξενοφώντος.) Στην ίδια περίπου γραμμή και τα σημειώματά του στον «Φιλελεύθερο», γραμμένα με θετική διάθεση και με αγάπη για την Κύπρο, κάθε γωνιά του τόπου μας, αλλά ειδικά για την κατακτημένη και κατεχόμενη μας γη και για τους δημιουργούς του τόπου.

Αυτή η θετική διάθεση τον χαρακτήριζε και ως άνθρωπο. Είχε πάντα τον «καλό τον λόγο», μια συμβουλή και ένα θετικό σχόλιο για τους νεότερούς του, έδειχνε το ενδιαφέρον του και την έγνοιά του για τα γραπτά των άλλων. Σεμνός, λιγομίλητος, σχεδόν ντροπαλός, αλλά πάντοτε ευγενέστατος και χαμογελαστός. Καθημερινός θαμώνας, για ώρες, στο κυλικείο στο ΡΙΚ, απέναντι από μια ανοικτή τηλεόραση να παρακολουθεί μόνος, σε ένα τραπέζι, τις ειδήσεις της ημέρας. Και όταν βράδιαζε κατηφόριζε στην παλιά πόλη, στον «Ορφέα» και στο «Αιγαίον», με ένα λιτό πιάτο και ένα ποτήρι, που φρόντιζε να γεμίζει. Θύμιζε στους περαστικούς που τον έβλεπαν τις ατελείωτες μοναχικές ώρες του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Βασίλη Μιχαηλίδη. Δεκάδες νέα παιδιά τον γνώρισαν και τον αγάπησαν και ως άνθρωπο και ως ποιητή, βλέποντάς τον καθημερινά μέχρι τα μεσάνυκτα στα αγαπημένα του στέκια στο μοναχικό του τραπέζι με το πουκάμισο βαθύτατα ανοιχτό, με την πίπα στο στόμα και με το μελαγχολικό του ευγενικό χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπο.

Και αυτή η αντισυμβατική του καθημερινή παρουσία στα παραμεθόρια στέκια της Λευκωσίας, πριν γίνουν μόδα, ήταν συνειδητή επιλογή. Υπήρξε φανατικός φίλαθλος του «Ορφέα» και για χρόνια ακολουθούσε την αγαπημένη του ομάδα σε όλους τους αγώνες της, εντός και εκτός έδρας και την καμάρωνε στο γήπεδό της, δίπλα από τη γραμμή του Αττίλα. Και σε αυτή τη γειτονιά περνούσε τις περισσότερές του ώρες: Παλιότερα, εκτός από το «Αιγαίον», όπου είχε γίνει «άνθρωπος του μαγαζιού», λόγω και της στενής του φιλίας με τον Βάσο Φτωχόπουλλο, αλλά και τον «Ορφέα», που ήταν οπαδός και αντιπρόεδρος για χρόνια, είχε συνδεθεί (από τη δεκαετία του 1980) και με το καφεθέατρο «Εναλλάξ», του Κώστα Χαραλαμπίδη, στο οποίο είχε δώσει και το όνομα. Σε εποχές, στα πρώτα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, όταν οι γειτονιές των «Κάτω ενοριών» της Λευκωσίας ήταν εγκαταλειμένες με λιγοστούς τολμηρούς κατοίκους και τους φαντάρους των φυλακίων να παραμένουν ως ακρίτες δίπλα από την «Πράσινη γραμμή». Αντίστοιχα, στην ίδια περιοχή διατηρούσε άριστες πολυετείς σχέσεις και με την «Αξιοθέα», το Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Κύπρου. Η Αξιοθέα τίμησε τον Πασιαρδή με ειδική εκδήλωσή της τον Σεπτέμβριο του 2020, με ομιλητή τον καθηγητή Μιχάλη Πιερή. Στα αγαπημένα του στέκια, τα τελευταία χρόνια, προστέθηκε και το «Έρμα», το βιβλιοπωλείο της περιοχής.

Σημειώνω την αγάπη του και τις απίστευτα πλούσιες γνώσεις του για το ποδόσφαιρο και την ιστορία του. Εκτός από τον «Ορφέα», στην Ελλάδα υποστήριζε τον «Πανιώνιο». Θυμότανε ενδεκάδες του Πανιωνίου από τη δεκαετία του 1950, ποδοσφαιριστές – μύθους, ενώ ανάλογες γνώσεις είχε και για το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Και σε αυτόν τον τομέα υπήρξε πρωτοπόρος και αυθεντικός, πολλά χρόνια πριν γεννηθεί η μόδα των τελευταίων χρόνων και αποενοχοποιηθεί (επιτέλους!) η αγάπη των πνευματικών ανθρώπων για το ποδόσφαιρο.

Ο Πασιαρδής υπήρξε ένας μεγάλος ποιητής και πνευματικός άνθρωπος, ένας σημαντικός Έλληνας της Κύπρου, ένας άνθρωπος που αγαπούσε κάθε σπιθαμή της γης της πατρίδας μας. Ένας από τους τελευταίους μεγάλους Κυπρίους των «παλαιών ημερών». Και μπορούσε, για αυτούς ακριβώς τους λόγους, να ξεπερνά τις μεγάλες και συχνές μικρότητες του χώρου του, αλλά και τα κομματικά στερεότυπα και τις πολωτικές γραμμές που πασχίζουν να συντηρούν άνθρωποι στενόμυαλοι και χωρίς όραμα και πατριωτισμό στην ημικατεχόμενη πατρίδα μας. Έφυγε Μεγάλο Σάββατο και Πρωτομαγιά. Ως εκλεκτός.

Στο ποίημά του «Σάββατο», που μελοποίησε και τραγούδησε ο Νίκος Παπάζογλου, είχε γράψει και τα εξής:

(…) κι όταν σιμώνει Κυριακή

και ξεψυχάς Σαββάτο

ποτήρι μοιάζεις αδειανό

ποτήρι μ’ άσπρο πάτο

Για να συμπληρώσει σε ένα από τα τελευταία του ποιήματα, στα Τετράστιχα Β΄

Μεγάλη Παρασκευή

Σήμμερον πάει ο Γριστός απού σταυρόν εις άδη

Μ’ αφήννει στράταν αννοιχτήν τζι’ ομπρός έναν σημάδι·

έναν σημάδιν ούλλον φως για τζείνους που θωρούσι

πώς με τη πίστιν βασταρκάν, ανάστασην θα δούσι.

Καλό ταξίδι Μιχάλη! Και Χριστός Ανέστη!

Στο φέρετρό του, σήμερα, στον ναό Αγίου Ανδρονίκου και Αθανασίας, στο Τσέρι, μαζί με τον σταυρό, τη φωτογραφία του και μια μεγάλη ανθοδέσμη από τους οικείους του, το κασκόλ του αγαπημένου του “Ορφέα”…

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s