Καλόν παράδεισο, κύριε Ντίνο

Απεβίωσε σήμερα, 11 Αυγούστου 2020, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ένας από τους ανθρώπους που σφράγισαν τη μεταπολεμική φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης. Απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης (1954) βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη στην εποχή της ακμής της, στο κτίριο της ΧΑΝΘ, φίλος αλλά μόνο για κάποιο διάστημα του επίσης σπουδαίου Γιώργου Ιωάννου, ποιητής, επιμελητής εκδόσεων, εκδότης, γκαλερίστας, μελετητής του ρεμπέτικου, πνεύμα αενάως ανήσυχο. Ένας άνθρωπος που επηρέασε και όλους εμάς που ζήσαμε και  σπουδάσαμε στη Θεσσαλονίκη, ακούσαμε τον ανατρεπτικό λόγο του σε διαλέξεις και συνέδρια παίρνοντας πάντα άφθονο υλικό για συζητήσεις και φιλολογικά κουτσομπολιά, μας υποδεχόταν στην Πινακοθήκη της «Διαγωνίου», τον ανταμώναμε στην Τσιμισκή ή στην Παύλου Μελά με εκείνο το αδιόρατο χαμόγελο συνεχούς θριάμβου στο πρόσωπο.

Στέκομαι σε τρία σημεία από το έργο του. Στο ποίημά του που αγαπώ περισσότερο:

Ενός λεπτού σιγή

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας

κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,

έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,

ένα κορμί να υπερασπίζεστε την έξαψή σας,

 

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,

έστω και μια φορά;

Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή

για τους απεγνωσμένους;

(«Ανυπεράσπιστος καϋμός», 1960)

 

Στην αφήγησή του για το πώς αποφάσισαν με τη μητέρα του να μείνουν να πεθάνουν από την κατοχική πείνα στη Θεσσαλονίκη, τον μαρτυρικό χειμώνα του 1941-1942. Και πώς γλύτωσαν:

Φλεβάρης 1942

Ήδη οι άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους. Επειδή η μητέρα μου ήταν πάρα πολύ αδύνατη και φοβόμασταν με τον πατέρα μου ότι δεν θ’ αντέξει –εκείνο το διάστημα εξαιτίας της βαρυχειμωνιάς είχε κλείσει και το σχολείο- συνεννοηθήκαμε με τον πατέρα μου να συνοδεύω τη μητέρα μου (που μέσα στην απόγνωσή της και στην εξαθλίωση έγινε καθαρίστρια σε μια μικρή γερμανική μονάδα στην οδό Μάρκου Μπότσαρη) και να την προσέχω μην τύχει και πάθει τίποτε. Από τον Αη-Θανάση μέχρι του Μάρκου Μπότσαρη πηγαίναμε και γυρνούσαμε με τα πόδια, με χιόνι που έφτανε από δέκα έως τριάντα πόντους. Σχεδόν σε κάθε σταυροδρόμι έβλεπες και δυο-τρεις ανθρώπους πεσμένους κάτω και ετοιμοθάνατους. Με αυτές λοιπόν τις συνθήκες τον Φλεβάρη του ’42 και σε πλήρη εξαθλίωση, μάνα και γιος αποφασίζουμε και εμείς να πεθάνουμε (…) Αυτή ήταν η τακτική που ακολουθούσαν χιλιάδες άνθρωποι οι οποίοι αποφάσιζαν να πεθάνουν: έπεφταν σε μια γωνιά ή σε ένα πεζοδρόμιο και το πρωί περνούσε το κάρο της δημαρχίας και τους μάζευε ξυλιασμένους. Ένα απόγευμα λοιπόν, καθώς επιστρέφαμε περνώντας από το γνωστό εβραίικο συνοικισμό 151, όπου σήμερα είναι η πλατεία Εβραίων Μαρτύρων, λέει η μάνα μου: «Ως εδώ ήταν οι μέρες μας». Πέφτουμε, που λέτε, στα χιόνια και περιμένουμε να πεθάνουμε. Δεν σκεφτήκαμε όμως ότι ήταν η ώρα που σχολούσαν και άλλες καθαρίστριες από τα διάφορα σπιτάκια που είχαν επιταγμένα οι Γερμανοί. Εκεί λοιπόν που πέσαμε εξαντλημένοι στο πεζοδρόμιο με τα χιόνια, ξαφνικά εμφανίζεται η Καλλιοπίτσα, που κι αυτή είχε τελειώσει τη δουλειά της στους Γερμανούς. Φαίνεται ότι είχε καθυστερήσει λίγο και περνάει μαζί με μια άλλη κοπέλα, μας βλέπει μην πιστεύοντας στα μάτια της και μας λέει: «Καλέ κυρά Φανή, καλέ τι κάνετε εδώ, είστε με τα καλά σας;». «Ε, να», λέει η μητέρα μου, «εμάς αφήστε μας, ήρθε η ώρα μας, εσείς τραβήξτε». «Μα πως θα τραβήξουμε, αστειεύεσαι; Είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Σήκω, μπρος, που θα πεθάνετε!». «Όχι, όχι, δεν μπορούμε. Αφήστε μας και φύγετε». «Βρε, σήκω που σου λένε». Η μητέρα μου αντιδρούσε και δεν ήθελε να σηκωθούμε. Οπότε αυτές οι δυο μάς σηκώνουν στο πι και φι και μας βάζουν να καθίσουμε επάνω στο χιόνι. Τότε οι Γερμανοί δεν είχαν πάρει ακόμη τους Εβραίους (…) περνάει λοιπόν ένα φουκαράδικο Εβραιγάκι έχοντας λίγο καναβούρι για πούλημα, του δίνουν λίγα λεφτά η Καλλιοπίτσα και η άλλη, παίρνουν ένα φλιτζανάκι κανναβούρι, κι αρχίζουν να μας ταΐζουν. Όμως πώς θα πηγαίναμε μέχρι τον Αη-Θανάση; Δεν υπήρχε συγκοινωνία, και τα λίγα γκαζοζέν που υπήρχαν δεν έκαναν αυτό το δρομολόγιο. Τα γκαζοζέν ήταν κυρίως στην Εγνατία. Ξαφνικά, για καλή μας τύχη εμφανίζεται ένα κάρο με άλογο. Το είχε ένας χωριάτης από την Καπτσίδα. Τον σταματάει λοιπόν η Καλλιοπίτσα και του λέει: «Καλέ μπάρμπα, πόσα θέλεις, να πάρουμε αυτούς τους ανθρώπους και να τους πάμε μέχρι τον Αη-Θανάση;». Αυτός μας είδε λίγο ψυχρά και ζήτησε ένα ποσό που η Καλλιοπίτσα το βρήκε λογικό (…) Ε, να μην σας τα πολυλογώ, σωθήκαμε, κι από τότε θυμάμαι με ευγνωμοσύνη την αγάπη, τη στοργή και την αποφασιστικότητα της Καλλιοπίτσας.

(Ντίνος Χριστιανόπουλος, Πίσω απ’ την Αγια-Σοφιά, Θεσσαλονίκη: Ιανός, 1997.)

Και τέλος, από την αγάπη του στην Κύπρο και τις σχέσεις του με το νησί μας, σημειώνω δυο «κυπριακά» σχετικά βιβλία: Την έκδοση του Δημήτρη Κόκορη (εισαγωγή-επιλογή κειμένων), Για τον Χριστιανόπουλο. Κριτικά κείμενα για την ποίησή του, Λευκωσία, Αιγαίον, 2003 και τη συλλογή Ντίνος Χριστιανόπουλος, Παράξενο, πού βρίσκει το κουράγιο κι ανθίζει, Λευκωσία: Αιγαίον 2010.

One thought on “Καλόν παράδεισο, κύριε Ντίνο

  1. Pingback: Καλόν Παράδεισο, κύριε Ντίνο | ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΟΝΟΙΚΟΥ

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s