Η Αγία Σοφία του κυπριακού αλυτρωτισμού

Η απόφαση του «Συμβουλίου Επικρατείας της Τουρκίας» για τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί είναι μια προκλητική απόφαση, ένας ακόμη μικρός θρίαμβος του Ερντογάν στην προσπάθειά του να γίνει ένας μικρός Χίτλερ του 21ού αιώνα. Ή έστω, ένας σύγχρονος Πορθητής… Δεν θα σχολιάσουμε εδώ τη σημασία της απόφασης, ούτε μπορούμε να προβλέψουμε την επόμενη ημέρα. Είναι βέβαιο, όμως, ότι στην Αθήνα και στη Λευκωσία, είναι έτοιμες να βάλουν μπρος οι μηχανές των υποδόριων «γλωσσαρίων»: Εξάλλου, «είναι μακριά (και) η Αγία Σοφία»…

Θυμήθηκα, διαβάζοντας τις ειδήσεις για την απόφαση για την Αγιά Σοφιά, το διήγημα «Σαν τα παιδιά», ενός από τους αγαπημένους μου Κύπριους λογοτέχνες, του Λεμεσιανού Γλαύκου Αλιθέρση. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο αλεξανδρινό περιοδικό «Ελληνικοί Ορίζοντες», τον Ιανουάριο του 1956 και το αναδημοσίευσα σχολιασμένο στο λογοτεχνικό περιοδικό της Λευκωσίας «Άνευ», τεύχ. 57 (Χειμώνας 2015), σσ. 28-39, με τίτλο «Ένα αθησαύριστο διήγημα του Γλαύκου Αλιθέρση για τα νεανικά του ιδανικά και τον σκοτωμένο παιδικό φίλο – συστρατιώτη του».

Το διήγημα περιέχει σημαντικές αυτοβιογραφικές πληροφορίες για τα παιδικά χρόνια του Γλαύκου Αλιθέρση (1897-1965, πραγματικό όνομα Μιχαήλ Αντωνίου Χατζηδημητρίου) εθελοντή του Β΄ Βαλκανικού πολέμου στα 16 του χρόνια, γυμναστή για δεκαετίες στα ελληνικά κοινοτικά και πατριαρχικά σχολεία της Αλεξάνδρειας και σημαντικού Αιγυπτιώτη λογοτέχνη και πνευματικού ανθρώπου.

Ταυτόχρονα, περιέχει και μια εξαιρετικά δυνατή απεικόνιση του κυπριακού αλυτρωτισμού, όπως τον είχε ζήσει ο Αλιθέρσης στα σχολεία της Λεμεσού στις πρώτες δύο δεκαετίες του περασμένου αιώνα, με δασκάλους όπως τον Αριστόδημο Πηλαβάκη και τον Ανδρέα Θεμιστοκλέους. Ειδικότερα, μια παράγραφος περιγράφει εξαιρετικά την Πόλη και την Αγία Σοφία, όπως την ονειρεύονταν οι Έλληνες Κύπριοι πριν 100-120 χρόνια, ενώ καταγράφονται και τα αισθήματα των μικρών σχολιαρόπαιδων στα ετήσια μνημόσυνα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Το διήγημα κινείται σε διάφορα στρώματα και χώρους αφήγησης, με κατάληξη το τραγικό τέλος: την εκστρατεία του 1919-1922 και τα «κόκκαλα του έθνους των μαρτύρων». Γραμμένο από έναν άνθρωπο που έζησε την ανάταση των Βαλκανικών πολέμων και τον ενθουσιώδη απόηχο της Εθνικής Αντίστασης στην Αίγυπτο, το 1941-1944, αλλά βίωσε και τον πόνο της απώλειας στον πόλεμο, φίλων του, μαθητών του και των νεανικών του ιδανικών.

Εδώ το αναδημοσιεύω χωρίς σχόλια, με μια εξαίρεση: Ο «Τζιωρτζής» ήταν ο παιδικός φίλος και συμμαθητής του Αλιθέρση Γεώργιος Κ. Κουκουλλής, εθελοντής συμπολεμιστής του στον πόλεμο του 1913, που σκοτώθηκε πέντε χρόνια αργότερα, τον Αύγουστο του 1918, στρατευμένος εθελοντικά ξανά, στον βρετανικό στρατό αυτή τη φορά, πολεμώντας στη Γαλλία. Είναι θαμμένος σε ένα μικρό στρατιωτικό κοιμητήριο σε ένα γαλλικό χωριουδάκι στην περιοχή του Σομμ, το Ετερπινύ (Eterpigny).

Το διήγημα αναδημοσιεύεται αμέσως παρακάτω, με την ορθογραφία της πρώτης δημοσίευσης στους «Ελληνικούς Ορίζοντες», εκτός από ελάχιστες παρεμβάσεις στη στίξη και τη μετατροπή στο μονοτονικό. Έμειναν έτσι, απείρακτα, τόσο η διπλή γραφή του ονόματος του φίλου του Αλιθέρση: και Τζωρτζής και Τζιωρτζής, όσο και το αγκλοκέραυνες του επιλόγου. Σε μια περίπτωση, προστέθηκε μια λέξη. Δηλώνεται με αγκύλες [ ].

 

Σαν τα παιδιά

ΓΛΑΥΚΟΣ ΑΛΙΘΕΡΣΗΣ

          Κ’ εμείς Θεέ μου! κ’ εμείς ταξιδέψαμε στη χώρα των ονείρων, με το μυθικό καράβι της φαντασίας! Ο Τζιωρτζής πρώτος ανακάλυψε το τσαντήρι με τους Τσιγκάνους.

-Πάμε, είπε· πάμε να μας πούνε την τύχη μας!

Μια γριά Τσιγκάνα, ρικνή και κουρελιασμένη, ορθώθηκε μπροστά μας, σα Μοίρα.

-Έλα, παιντιά καλό· βγάζει τη μοίρα σας.

Ο Τζωρτζής πλησίασε· η παρέα του ξάπλωσε στον ίσκιο του γιγάντιου ευκάλυπτου, στην αρχή της δενδροστοιχίας.

Η κοίτη του χειμάρρου κατάστεγνη· πέρα τα βαθύσκιωτα περιβόλια κι’ ο Τούρκικος μαχαλάς.

Η γριά Τσιγκάνα, κρατούσε τ’ αριστερό χέρι του Τζωρτζή και διάβαζε την ανοιχτή του παλάμη.

-Παιντί μου, εσύ μακρινό ταξίδι. Μοίρα σου καλή… Μοίρα σου κακή. Σπίτι μητέρ’ αδερφός, αφήσεις. Τόπο ντικό σου μακρυά… Τάφο σου ντεν ξαίρεις… Πόλεμο κάνεις μεγάλο πράμα γίνεσαι!

*

          Το δημοτικό σχολείο, «το σχολείο του Αριστόδημου», βρισκότανε σε άλλους δρόμους, έξω από την παιδιάτικη αλητεία της δικής μας γειτονιάς. Η πρόσοψή του, σα νάχε το χρώμα την επίσημης αγχόνης!…

Θυμούμαι, την πρωταντίκρυσα – μαζί κι’ ο Τζωρτζής – ένα δειλινό στη βορειοδυτική γωνιά του «Κάστρου των φυλακισμένων». Δεν είχε ακόμα χτιστή, τότε, η φοβερή της αίθουσα. Κι’ από τον απέναντι αυλότοπο του Μπραήμ-αγά, βλέπαμε καλά. Κάνανε πρόβες για την εκτέλεση!

Χρώμα σκούρο, κεραμυδί. Από το χαλκά της κρεμότανε ένα σκοινί…

Μα εμείς, Θεέ μου, ταξιδεύαμε για μια χώρα· τη χώρα των χρυσών θρύλων και των ωραίων Θεών. Και το μαγικό καράβι, αρμένιζε στη χρυσή θάλασσα της Ελπίδας. Η Ουτοπία ή η Χίμαιρα, ξεδιπλώνανε μπρος στα μάτια μας το μανδύα των οραματισμών, αποσκεπάζοντας την πεζή πραγματικότητα.

-Όλα είναι δυνατά… Θα φτάσουμε κάποτε∙ και τότε…

*

          Ο μελλοθάνατος, τι περίεργο! λέγανε πως τραγουδούσε την παραμονή του απαγχονισμού του. Τραγουδούσε όλη τη νύχτα, σα νάτανε χαρούμενος. Κ’ έτσι, εύθυμ’ ανέβηκε στην κρεμάλα, πούμοιαζε το χρώμα της, με την πρόσοψη του «σχολείου του Αριστόδημου…»

Η Γ΄ τάξη βρισκότανε στο δεξί σκέλος του κεφαλαίου Π, του αρχιτεκτονικού σχεδίου της Σχολής. Τα παράθυρά της βλέπανε στην εσωτερική αυλή. Τα μαθήματ’ αρχίζαν τον Οκτώβριο.

Φθινόπωρο με τ’ άσπρα διαβατικά σύννεφα και τις υγρές ριπές του ανήσυχου ανέμου. Βαθυπράσινες οι νοτισμένες πιπεριές· κι’ ανάμεσα στα κλώνια τους, τ’ αμπελοπούλια τανούσαν τον απαλό σταχτερό τους λαιμό κυνηγώντας έντομα.  Η γέρικη αμυγδαλιά φαινόταν πιο πίσω προς το βορεινό τοίχο που έζωνε την αυλή. Τα κίτρινα φύλλα της σωριασμένα στο χώμα, χρυσίζανε στο ξασπρισμένο φως του ήλιου κ’ οι κουτσουλιές των σπουργητιών ασημίζανε, τρίμματ’ αργύρου.

Το χειμώνα, οι βρεμένοι κλώνες της μυγδαλιάς, πάνω από το μαντρότοιχο ξεχώριζαν προς τον ουρανό, γυμνοί, σαν και το σύμβολο του θανάτου. Μα ο ξύλινος σκελετός της αγχόνης, μένει άνανθος στον αιώνα. Ποιος θάθελε ν’ ανέβη σκαλί – σκαλί, και να λουλουδίση τη φριχτή κορυφή της;

Λευκή χαρά του Φεβράρη, προμήνυμα της γλυκειάς άνοιξης με τ’ άνθη της αμυγδαλιάς με τα χιόνια του Τροόδου! Κ’ εμείς σκαρφαλώναμε στους ολόανθους κλώνους ασωτεύοντας γέλοια και δάκρυα, της ξέγνοιαστης παιδικής ηλικίας! Στο κάθε τράνταγμα, στο κάθε μας αιώρημα, τα πέταλα των ανθών, μεταξένια πούπουλα, στρώνανε στην αυλή, το χαλί της αγνής ευτυχίας. Της άχραντης και αμόλυντης ευτυχίας, που φτέρωνε τα παιδικά μας βήματα σε χορό.

Η αμυγδαλιά στα διαλείμματα· ο Δάσκαλος στην παράδοση.

Της άνθισης το εξαίσιο όραμα, σωστό θαύμα μες στη χιονιά του Φεβράρη. Αυτό προσδοκούσε η απλή μας ψυχή. Αυτό το θαύμα!

-Όλα είναι δυνατά. Και τότε;…

-Ίσως να μη ζω, εγώ, τότε… Αλλά εσείς θα ζήτε και θα τα ιδήτε όλα!

-Πότε; Πότε;

-Όταν…

Και ο Δάσκαλος, σκέπαζε με το χέρι το πρόσωπο, για ν’ αποκρύψη τη βαθειά του συγκίνηση. Εμάς κυλούσαν τα δάκρυά μας, δάκρυα στιγμιαίας λύπης και χρυσής προσδοκίας.

-Δεν αργεί… Δεν αργεί… Έφτασε η ώρα των πεπρωμένων της φυλής… Εγώ δε θα ζω τότε… Αλλά εσείς…

*

          Μεγάλοι στο Γυμνάσιο γράφαμε στον πίνακα.

«Κλητήρ – κλητήρσι.

Πατήρ – πατράσι

Μένω – μενώ – μεμένηκα – μέμονα.

Βαίνω – βήσομαι – βω – βαίην – βήθι – βας – βέβηκα – βεβώτες.

Χαίρω – κεχάρηκα – γέγηθα.

Φεύγω – πέφευγα.

Φοβώ – πεφόβημαι».

Κ’ η ζωηρή μας μνήμη, απάγγελνε, με οίστρο κ’ ενθουσιασμό τα ακατάληπτα κι’ από τους γονηούς μας, περήφανα λόγια:

-Είμι, ήα και ήειν, ιόντων και ίτωσαν!

-Ίημι, ιείς, ίετε, ιάσι, είην, ες, έντων, ιέσθω, ιέμενος!

-Φημί, φω, φάθι, φάσκων!

Ο κατάδικος τραγουδούσε, στην τελευταία του νύχτα.

Εμείς ανεβαίναμε χαρούμενοι τα φοβερά σκαλοπάτια του θρόνου, μιανής Αυτοκρατορίας. Η ξεγνοιασιά του μελλοθάνατου κράτησε λίγες ώρες. Χαράματα κράξανε οι κοκκόροι κι’ ο δήμιος είχ’ έτοιμη την τριχιά του. Το δικό μας ανέβασμα διάρκεσε ολάκερους αιώνες. Ο χάρτης, μεγάλος χάρτης της Ελληνικής ή Βαλκανικής Χερσονήσου, κρεμόταν πλάι στην έδρα. Μαθαίνοντας την ιστορία του Ρήγα Φεραίου, σβύσαμε τη λέξη: ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ.

-Τις ο διαπράξας… ρωτούσε ο καθηγητής.

-Δεν απαντούσε κανείς.

Γιατί μας χαμογέλασε η Ζωή άστραψε μπρος στα μάτια μας τ’ ολόφωτο θαύμα. Σκίρτησε η ψυχή και λουλούδισε σαν την αμυγδαλιά, το λευκό ανθό της χαράς και του ονείρου.

Ο αρματηλάτης Αχιλλεύς, ο Μέγας Αλέξανδρος κι’ ο μαρμαρωμένος Βασιληάς δεν ήταν παληές ιστορίες και θρύλοι. Δεν ήταν παραμύθια. Ήταν η ίδια η Ζωή, κυρίαρχη κ’ επιταχτική, με το απόλυτό της νόημα. Κι εμείς θ’ ακολουθήσουμε την επιταγή και τα κελεύσματά της, έως θανάτου:

-Να σπέρνουμε τον πανικό, μόλις φανούμε πάνω στην τάφρο κι’ αφήσουμε την πολεμική μας ιαχή… Αλλόφρονα οι εχθροί να ζητούνε σωτηρία φεύγοντας προς τα τείχη….

-Να ξεκινήσουμε από την πατρίδα, νικώντας και ν’ απελευθερώσουμε τους σκλαβωμένους αδελφούς. Να ξανασυστήσουμε την ένδοξή μας αυτοκρατορία και τα παληά μας μεγαλεία.

-Ζάλη μεθυστική· πέφτουμε σε γκρεμνό; Κάπου ασπρογαλιάζει το φως της αυγής.

Ναι! Εμείς, ναι, θα μπούμε δαφνοστεφανωμένοι στην Πόλη και με τον Παλαιολόγο θα συνεχίσουμε την κομμένη λειτουργία στην Αγία Σοφία! Πόλη Θεοφύλαχτη! Πόλη των ονείρων και των θρύλων! Με την Καισσαρική τήβεννο των θριάμβων και τα μαύρα ράσα των μαρτυρίων του Γένους! Χρυσός ήλιος περίλουζε τη λαϊκή χρωμολιθογραφία της, που κορνιζωμένη τήνε βλέπαμε παντού. Στις σχολές και τα καφενεία, στα μαγαζιά και τις λέσχες, στα σπίτια και τις ψυχές μας. Και με λατρεία και χτυποκάρδι αλάλητο, κυτάζαμε τις κόκκινες στέγες και το γλαυκό διθάλασσο όραμα. Τους τρούλλους με τους αστραφτερούς σταυρούς και πιο πίσω τα σκοτεινοπράσινα κυπαρίσσια. Και σταματούσε τ’ ονειρόπολο βλέμμα μας στους υψηλούς μιναρέδες της του Θεού Σοφίας. Και τότε πλησιάζαμε πιο πολύ στο κάδρο και δακρύζοντας, ψάχναμε να μαντέψουμε στο άθροισμα εκείνο των στεγών, σαν από πού τάχα περνά ο δρόμος που οδηγεί στο Φανάρι, με την κλειστή πόρτα, του Πατριάρχη… Ω Πόλη Θεοφρούρητη! Πόλη βασιλική! Πόλη, οφθαλμέ της οικουμένης! Στο χρυσό τον υπέρχρυσό σου τον αέρα, ένας δικέφαλος αετός, τανούσε τις ζυγές φτερούγες του, ρεκάζοντας σε Ανατολή και Δύση! Κ’ έριχνε τον ίσκιό του στις εκκλησιές και τα τζαμιά, στα μισοφέγγαρα και τους σταυρούς, στα παληά κάστρα και τα καφασωτά των σπιτιών, στο φειδωτό σου το Βόσπορο και την άσπιλη ψυχή μας…

*

          Απόψε ο Τζωρτζής είναι μελαγχολικός. Οι καμπάνες το δειλινό χτυπήσαν αργά και νεκρώσιμα.

-Το μνημόσυνο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου!

Ο Αριστόδημος ο δάσκαλος, είχε την έμπνευση, να γίνη, παλλαϊκό το μνημόσυνο, του τελευταίου Αυτοκράτορα.

-Μετά τις 5 – σκολνούν όλοι, από τις δουλειές τους. Μέρα Τρίτη και 29η Μαΐου, δεν επιτρέπεται ν’ αναβληθή για την Κυριακή… Πέφτουμε και στον Ιούνιο μήνα…

…Το μαύρο κενοτάφιο. Η χρυσή κορώνα. Τα λάβαρα, με τους πένθιμους φιόγκους. Μα γιατί προσηλώνουνται τα παιδικά μάτια σεν’ ακίνητο σημείο, του λευκού σεντονιού;

Είναι νύχτα· και τα φαντάσματα βγαίνουν να τρομάξουν τ’ άϋπνα συλλογισμένα μάτια των παιδιών. Στην άσπιλη λευκότητα του λινού σεντονιού, ένας κύκλος φωτός, μ’ ένα στίγμα στο κέντρο. Ασήμαντο στίγμα, δυσκολοδιάκριτο στην αρχή. Μα, ναά! που κουνιέται!

Μοιάζει τη σβούρα, που στριφογυρνώντας ισορροπεί στην ανοιχτή σου παλάμη Τζωρτζή! Καμάρι και περηφάνειά σου το καλοζυγισμένο της μεσοστύλωμα. Η ταχύτητα του ρυθμού της περιστροφής, σα να την ακινητεί… Ναι! στη χούφτα μας, κρατούμε την ίδια μας τη ζωή, που ολογυρνά με απίστευτη γρηγοράδα. Καμαρώνει, σα νύφη και μας χαμογελά· μα είν’ έτοιμη να μας φύγη…

*

          …Το μαυρειδερό στίγμα, κουνιέται Τζωρτζή. Σα να θέλει να πεταχθή έξω από τον ολοστρόγγυλο φωτεινό κύκλο, και σε γραμμή τρεκλή, σα να θέλει ν’ απλώσει και στη μικρή σου καρδιά, που φοβάται και τρέμει… Σα να θέλει να εισχωρήση, στους μεγάλους κύκλους των έκθαμβων ματιών σου, που κυτάζουνε εκστατικά, το μόνο σημείο, αυτό το στίγμα, το μόνο που υπάρχει στον κόσμο.

-Εσένα παιντί μου, τύχη σου μακρυά. Ταξίδι βλέπω… Μοίρα καλή… Μοίρα κακή… Τάφο ντεν ξαίρει…

-Απόψε, Τζωρτζή, ο κόσμος σου απόψε είναι, ένας κύκλος κ’ ένα ολάσπρο σεντόνι παρθενικό… Ένα κρεβάτι που δεν αναπαύει τη μικρούλα καρδιά σου.

Οι επίχρυσοι πολυέλαιοι τυλιγμένοι σε μαύρα κρέπια. Το υψηλό κενοτάφιο στη μέση της εκκλησιάς. Μαβιά διακόσμηση και αργός ήχος Βυζαντινής καμπύλης που ανέβαινε – ήχος μινόρε – μαζί με το θυμίαμα του μοσχολίβανου, έως το θόλο του Παντοκράτορα.

«29 Μαΐου – Μέρα Τρίτη – 1453». Το μαυρειδερό στίγμα, σα να μεγάλωσε. Προχωρεί σερπετά· με χίλια ποδάρια εντόμου, που προξενεί αηδία και φέρνει ανατριχίλα. Ποδάρια, χνουδωτά κι’ αγκιλωτά και σ’ αγγίζουνε Τζιωρτζή! Και μεγαλώνει το μαλλιαρό τέρας! Και περισφίγγει, το κορμί σου!

Θες να φωνάξης· μα η λαλιά σου πιάνεται και κόβεται η πνοή σου…

Το κενοτάφιο, βρίσκεται μπροστά σου, ανοιχτό. Το τεράστιο έντομο, προσπαθεί κουτροβαλώντας σε να σε ρίξη μέσα. Και λιγοθυμάς… Ανασαίνεις βαρειά…

*

          Κάπου βρίσκεσαι· μια γωνιά. Μα σα γνώριμο το μέρος.

-Όπως μας τόλεγε, ο Δάσκαλος!

Αιωνόβιες ακακίες, ολανθισμένες, ρίχνουν κιτρινόλευκους ανθούς, στο λησμονημένο τάφο.

-Εδώ είναι θαμμένος, ο τελευταίος μας αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος!

Με  τη βασιλική πορφύρα, τα ερυθρά του πέδιλα, τον ασημοκέντητο Δικέφαλο στο στήθος και τη χρυσή του κορώνα. Το ξίφος του αναρτημένο στα κάγγελα της κλίνης του. Στο προσκέφαλό του ένας Αρχάγγελος κάθεται και κλαίει…

Ο Τζιωρτζής ξυπνά, φωνάζοντας. Ανακάθηται στο κρεβάτι και κυτά φοβισμένος, γύρω του. Η μητέρα του ρωτά:

-Είσαι άρρωστο, παιδάκι μου; Για να ιδώ, έχεις πυρετό;

-Όχι, μάνα μου· έβλεπα όνειρο.

Την αγκαλιάζει και της χαμογελά με τη γλύκα και [τον] καημό των μεγάλων αποχαιρετισμών. Χαϊδεύει την αγαπημένη σεβάσμια κεφαλή με τάσπρα μαλλιά.

-Όταν, μητέρα, θα μεγαλώσω, τότε…

*

          Και ξεκινήσαμε, Θεέ μου! μεσάνυχτα, κρυφά κι’ από γονηούς και φίλους. Όρθιοι στο κατάστρωμα του βαποριού, στη σοβαρή μας ώρα, περήφανοι και συγκινημένοι, βλέπαμε τα κίτρινα φώτα της προκυμαίας, να σμίγουν από την απόσταση και να χάνουνται μέσα στα κύματα.

Ο Τζιωρτζής ρώτησε, κ’ η φωνή του έτρεμε:

-Μετανοιώνεις;

-Όχι! ποτέ…

Και νανουρισμένοι από το ρόχθο της θάλασσας της Άσπρης, με τις φωτεινές νύχτες, ακούαμε το πλανερό άσμα των Σειρήνων.

«Σ’ εμάς ανήκει ο κόσμος!»

……………………………………………………………………………………………….

          Παραπήγματα της Αθήνας· ζωή του στρατώνα· λεύτερη Θεσσαλονίκη· βουνά Μακεδονικά. Η φοβερή Κρέσνα!

Όλη τη νύχτα επιφυλακή. Άνω Τζουμαγιά· σύνορα της Βουλγαρίας. Στην πλάτη ο γυλιός το ντουφέκι αγκαλιά. Ξακολουθούσε ακόμα η τριήμερη μάχη. Αύριο θα πατούσαμε τα εχθρικά χώματα.

-Θυμάσαι, μουρμούρισε, ο Τζιωρτζής. Θυμάσαι το γέρο μας Δάσκαλο; «Μελισσάων, αδινάων.. άων… άων!» Να τον είχαμε πάνω εδώ… Νάκουε τα ουρλιαχτά των οβίδων!

Θυμηθήκαμε στα σκοτεινά, το εφευρεμένο ρήμα της μαθητικής μας επινόησης. Και κλείναμε τους χρόνους:

-Φικηγέω!

-Φικηγώ!

-Πεφήκηγμαι!

-Πεβιγώς, βεφιγηγώς!…

-Σκάστε μωρέ! Τσιφούτηκα μιλάτε; Γουρσουζιά…

-Τατότα, τοντενούν, τατόμμα! Ψιθύρισε ο Τζιωρτζής και χασκογέλασε.

Γυρίσαμε πίσω, χρόνια και χρόνια. Τότε που χωρίς υποψίες, μονόχνωτοι και πεισματωμένοι, δημιουργούσαμε αρχαία ρήματα και γραμματικές δυσκολίες. Κι’ απαγγέλλαμε τους αναδιπλασιασμούς βέβαιοι για την υπεροχή μας. Και ξεδιαλύναμε σε πέντε λεπτά μέσα, όλα τα ιστορικά μας πεπρωμένα…

Από τα σχολεία του Ελληνισμού ξεκίνησαν γενεές γενεών. Ταξιδεύανε με το καράβι του οίστρου και της φαντασίας.

Άγγελος Κυρίου, θ’ αποτινάξη την πλάκα του τάφου! Άγγελος μετά ρομφαίας και τιμής!

Και γενεές γενεών, ξέγνοιαστες, σαν τον κατάδικο που τραγουδούσε την τελευταία νύχτα, σκαλώναμε ανεβαίνοντας το φοβερό θρόνο μιας νέας Αυτοκρατορίας.

-Ίσως εγώ… να μη ζω έως τότε…

-Σφων, αυτών και εαυτών αυτών – Σφήσιν αυτοίς…

Ο χρυσός Αετός, προτού πετάξει πάνω από το Βόσπορο, κούρνιαζε στην παιδική μας ψυχή.

Κι’ από τις αγκλοκέραυνες Μακεδονικές κορυφές, κατεβήκαμε στους κάμπους της Θράκης, αναπνεύσαμε τις Βοσπορίδες αύρες κι’ αντιπεράσαμε στα οροπέδια της Μικρασίας.

Μα η Κόκκινη Μηλιά πού νάναι;

Σ’ ένα χωράφι στα βάθη της Μικρασίας, ο ζευγολάτης ξεθάβει ανθρώπινα κόκκαλα..

-Θεέ μου! το έθνος των Ελλήνων είναι έθνος μαρτύρων.

Φτωχοί Τζιωρτζήδες…

Καρτ ποστάλ της εποχής των Βαλκανικών πολέμων με τους τέσσερις συμμάχους – χριστιανικούς λαούς του 1912 και στο βάθος τον ναό της Αγίας Σοφίας.

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s