Μνήμη στρατηγού Ιωάννη Τσαγγαρίδη (1887-1939)

Συμπληρώνονται στις 31 Μαρτίου 2019 ογδόντα χρόνια από τον θάνατο στην Αθήνα του αξιωματικού του Ιππικού Ιωάννη Χρ. Τσαγγαρίδη. Για τον γεννημένο στη Λάπηθο στρατηγό, έχουμε αναφερθεί ξανά από τη στήλη μας. Ήταν ο Κύπριος αξιωματικός που διακρίθηκε περισσότερο από τους υπόλοιπους συμπατριώτες του στους ελληνικούς πολέμους του 1912-1922.

Ο Τσαγγαρίδης, στην εποχή των αλλεπάλληλων στρατιωτικών κινημάτων του μεσοπολέμου, αποτέλεσε μοναδική περίπτωση αξιωματικού που έχαιρε γενικής εκτίμησης και από τις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, βενιζελικών και αντιβενιζελικών. Ανήκε σε μια μεγάλη μερίδα αξιωματικών που προσπάθησαν να ακολουθήσουν τη νομιμότητα στον Εθνικό διχασμό, όσο κι αν αυτό ήταν αδύνατο. Επειδή υποστήριξε τον βασιλιά Κωνσταντίνο, το καλοκαίρι του 1917, μετά τη βενιζελική παλινόρθωση, εκτοπίστηκε στη Σαντορίνη από την κυβέρνηση Βενιζέλου. Όταν έληξε η τιμωρία του, πολέμησε στο Μακεδονικό μέτωπο, στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και στη συνέχεια στη Μικρασιατική εκστρατεία, όπου ανδραγάθησε κατ’ επανάληψη, με αποτέλεσμα να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους αξιωματικούς – θρύλους. Διακρίθηκε ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις στην περιοχή Προύσας, το καλοκαίρι του 1920, ως επιτελάρχης της Ταξιαρχίας Ιππικού. Τον Αύγουστο του 1921 τραυματίστηκε σοβαρά στην πολύνεκρη μάχη στο φρικτό ορεινό τοπίο του Καλέ-Γκρότο, μερικές δεκάδες χιλιόμετρα μακριά από την Άγκυρα. Μετά τη μάχη προήχθη τιμητικά, όπως και ο συμπολεμιστής του Νικόλαος Πλαστήρας, του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, ο Τσαγγαρίδης ακολούθησε τους επαναστάτες του Σεπτεμβρίου του 1922. Όμως, όταν δικάστηκε ο πρίγκιπας Ανδρέας, διοικητής του στο Β΄ Σώμα Στρατού στις μάχες του Σαγγαρίου, ζήτησε να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισής του, στο έξαλλο κλίμα των ημερών της εκτέλεσης των Έξι. Δεν του επιτράπηκε να παραστεί στη δίκη, και έστειλε επιστολή υπέρ του πρίγκιπα, που αναγνώστηκε στην ακροαματική διαδικασία. Ελάχιστοι αξιωματικοί εκδήλωσαν ανάλογο θάρρος ή μπορούσαν να ενεργήσουν με αυτόν τον τρόπο.

Διατηρώντας την ίδια νοοτροπία, είχε άριστες προσωπικές σχέσεις και με τον Ιωάννη Μεταξά και με τον Νικόλαο Πλαστήρα, που εκτιμούσαν την ευθύτητα και τις στρατιωτικές του αρετές. Υποστηρίζοντας  τη νομιμότητα και την  απομάκρυνση των αξιωματικών από την πολιτική, έδρασε εναντίον της αντεπανάστασης του 1923, ως φρούραρχος Αθηνών συνέβαλε στη διάλυση των «Δημοκρατικών Ταγμάτων» το 1926, και ως διοικητής της Ταξιαρχίας Ιππικού στη Λάρισα αντιτάχθηκε στο κίνημα του (φίλου του) Πλαστήρα, το 1933. Τον Οκτώβριο του 1935 προήχθη σε υποστράτηγο, από τον Γ. Κονδύλη. Μετά την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου αρνήθηκε να αναλάβει το Υφυπουργείο Στρατιωτικών που του προτάθηκε από τον Μεταξά. Μετατέθηκε στην Κομοτηνή, στη διοίκηση της ΧΙΙ Μεραρχίας, όπου σε μια φιλική συζήτηση με ανώτερό του, μίλησε περιφρονητικά για τον Αλέξανδρο Παπάγο (αξιωματικό επίσης του Ιππικού), τότε αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, χαρακτηρίζοντάς τον «άμαχο και ανεπαρκή». Ο συνομιλητής του μετέφερε τη συζήτηση στον Παπάγο και με βάση την αναφορά του άρχισαν οι διώξεις εναντίον του Τσαγγαρίδη. Καταδικάστηκε αρχικά από Πρωτοβάθμιο Ανακριτικό Συμβούλιο σε αργία δι’ απολύσεως «διότι εξεφράσθη ασεβώς και περιφρονητικώς» για τον Παπάγο. Στο δευτεροβάθμιο Συμβούλιο που προσέφυγε ο Τσαγγαρίδης, προήδρευσε, τσαλαπατώντας κάθε έννοια δικαίου, ο ίδιος ο Παπάγος! Τον Ιούνιο του 1938 εκτοπίστηκε στη Σίφνο, «ως επικίνδυνος διά την δημοσίαν ασφάλειαν». Μετά από τέσσερις μήνες εστάλη στον Άγιο Κήρυκο της Ικαρίας, όπου και αρρώστησε, συνεχίζοντας να μάχεται για την αθώωσή του. Το δικτατορικό καθεστώς αγνόησε τις αλλεπάλληλες εκκλήσεις του και όταν δόθηκε η έγκριση για τη μεταφορά του στην Αθήνα για νοσηλεία, ήταν αργά. Δυο βδομάδες μετά, στις 31 Μαρτίου 1939, άφησε την τελευταία του πνοή στον «Ευαγγελισμό». Ήταν μόλις 52 χρονών. Σύμφωνα με τα βρετανικά διπλωματικά έγγραφα ο μεταξικός υφυπουργός Ασφαλείας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης υποψιαζόταν ότι ο Τσαγγαρίδης ήταν σε επαφή με τον αυτοεξόριστο Πλαστήρα και ετοίμαζαν κίνημα, μέσω Κύπρου, για ανατροπή της δικτατορίας. Η συμπεριφορά του καθεστώτος απέναντί του, δείχνει ανάγλυφα τις φοβίες της μεταξικής δικτατορίας και την εγκληματική σκαιότητα με την οποία αντιμετωπίζονταν οι πολιτικοί αντίπαλοι, υπαρκτοί ή ανύπαρκτοι.

Στη γενέτειρά του Λάπηθο, τιμούσαμε τη μνήμη του Τσαγγαρίδη την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, σχεδόν πάντα τον Μάρτη, μέχρι την τουρκική εισβολή και την κατοχή, στον ναό του Αποστόλου Λουκά, μαζί με τους άλλους πεσόντες «υπέρ πίστεως και πατρίδος». Τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου, το κάδρο με τη φωτογραφία του δέσποζε στην Τσαγγαρίδειο Αίθουσα Τελετών του Ελληνικού Γυμνασίου Λαπήθου. Σήμερα, ακριβώς στη θέση του, δεξιά από τη σκηνή, υψώνεται ένα βλοσυρό πορτρέτο του Κεμάλ Ατατούρκ…

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Ο Φιλελεύθερος» στις Μαρτίου 2019

Ο Τσαγγαρίδης, σε φωτογραφία της δεκαετίας του 1930

Η “Τσαγγαρίδειος Αίθουσα Τελετών” του Ελληνικού Γυμνασίου Λαπήθου σε πρόσφατη φωτογραφία. (Από το βιβλίο του Δήμου Λαπήθου, Ελληνικόν Γυμνάσιον Λαπήθου 1917-2017. 100 χρόνια ιστορικής μνήμης, Λευκωσία 2017, σελ. 85.) Όπως διαπίστωσαν οι Λαπηθιώτες επισκέπτες που φωτογράφισαν τις αίθουσες του σχολείου, το πιάνο που φαίνεται αριστερά στη φωτογραφία είναι το ένα από τα δύο πιάνα που ήταν σε χρήση μέχρι το καλοκαίρι του 1974 από τους μαθητές και μαθήτριες του Γυμνασίου…

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s