Βασανίζοντας ιθαγενείς στην αποικία της Κύπρου

Μια από τις πιο σημαντικές ειδήσεις της βδομάδας που μας πέρασε ήταν ότι επήλθε εξωδικαστικός συμβιβασμός μεταξύ της βρετανικής κυβέρνησης και των 33 Κυπρίων αγωνιστών της ΕΟΚΑ που προσέφυγαν σε αγγλικά δικαστήρια διεκδικώντας αποζημιώσεις για τα βασανιστήρια που υπέστησαν από τα αποικιακά σώματα ασφαλείας στην Κύπρο και σε αγγλικές φυλακές, το 1955-1959.

Σύμφωνα με γραπτή δήλωση του βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών στη Βουλή των Κοινοτήτων, «ο διακανονισμός δεν αποτελεί οποιαδήποτε αναγνώριση ευθύνης, ούτε και προηγούμενο σχετικά με οποιεσδήποτε μελλοντικές απαιτήσεις κατά της [βρετανικής] κυβέρνησης». Με την πρόσθετη επισήμανση ότι το πέρασμα του χρόνου δυσχεραίνει την πλήρη επιβεβαίωση των γεγονότων της εποχής (του 1955-1959). Όπως γράφτηκε, η βρετανική κυβέρνηση δέχθηκε να καταβάλει το ποσό του ενός εκατομμυρίου λιρών (συνολικά) στους ενάγοντες, προκειμένου να κλείσει η υπόθεση, να αποφύγει την αύξηση του κόστους για τον Βρετανό φορολογούμενο και για «να επικεντρωθεί πλήρως στο μέλλον των σχέσεών της με την Κύπρο».

Παράλληλα, η βρετανική κυβέρνηση επανέλαβε «τον μέγιστο σεβασμό στη μνήμη και τη θυσία Βρετανών και Κυπρίων μελών των ενόπλων δυνάμεων και υπαλλήλων του Στέμματος» που σκοτώθηκαν στην Κύπρο το 1955-1959, εκφράζοντας την ίδια ώρα τη λύπη της επειδή «κατά τη μετάβαση της Κύπρου από τη βρετανική διοίκηση στην ανεξαρτησία προηγήθηκαν πέντε χρόνια βιαιοπραγιών και απώλειας ζωών, με συνέπειες για όλους τους κατοίκους του νησιού», αναγνωρίζοντας «τις ισχυρές απόψεις πολλών Κυπρίων για την περίοδο Έκτακτης Ανάγκης».

Τόσο το Φόρειν Όφις όσο και ο Ύπατος Αρμοστής του Ηνωμένου Βασιλείου στη Λευκωσία τόνισαν «τη σημασία των μαθημάτων του παρελθόντος» που είναι απαραίτητα για «την οικοδόμηση μιας σύγχρονης σχέσης με την Κύπρο, η οποία να βασίζεται  στις κοινές αξίες του αμοιβαίου σεβασμού και της πλήρους ισότητας».

Ουσιαστικά, από πολιτική και ιστορική άποψη, η βρετανική κυβέρνηση ισορροπεί δολιχοδρομώντας ανάμεσα σε δύο άξονες: Από τη μια είναι τα αισθήματα της κοινής γνώμης στην Κύπρο που αναμένει επί ματαίω, 59 έτη μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας την αυτοκρατορική συγνώμη για όσα απάνθρωπα και αποτρόπαια διέπραξαν οι «δυνάμεις ασφαλείας» στην προσπάθεια καταστολής του αγώνα της ΕΟΚΑ και από την άλλη είναι η ανάγκη της ατσαλάκωτης διαφύλαξης της δημόσιας αυτοκρατορικής μνήμης στη Βρετανία, με την επίκληση των στρατιωτικών και των υπαλλήλων του στέμματος (Βρετανών και Κυπρίων) που σκοτώθηκαν κατά το 1955-1959 και των οικογενειών τους.

Το επώδυνο και μαρτυρικό για τα θύματα κεφάλαιο των βασανιστηρίων είναι απλό και η τεκμηρίωσή του με έγγραφα και δεκάδες μαρτυρίες, δυστυχώς για τη Βρετανία, πλουσιότατη. (Βλ. πρόχειρα, την πρόσφατη έκδοση του Ευθύμιου-Μίμη Βασιλείου, «Βασανιστήρια και Οι 14 ηρωομάρτυρες της ΕΟΚΑ που πέθαναν στα ανακριτήρια των Βρετανών, 1955-1959», Λευκωσία: ΣΙΜΑΕ, 2017.) Ο αποικιακός πατερναλισμός, που καταλάμβανε χώρες και λαούς για να τους «εκπολιτίσει» από τα «βάρβαρα τους ήθη», θεωρούσε φυσικό κεκτημένο (και «παιδαγωγική μέθοδο») τη χειροδικία επί των ιθαγενών. Παραδείγματα υπάρχουν πολλά, με πιο ακραία τα κωμικοτραγικά περιστατικά των πρώτων δεκαετιών της βρετανικής κατοχής στην Κύπρο, όταν εξαγριωμένοι φιλόζωοι Βρετανοί αποικιακοί υπάλληλοι ξυλοκοπούσαν με μανία άτυχους χωρικούς, επειδή τους έβλεπαν να χτυπούν τα ζώα τους (συνήθως γαϊδούρια)… Αυτό, ίσως μπορεί να γίνει δεκτό, έστω μετά θυμηδίας. Όμως η οργανωμένη, συστηματική και μεθοδική χρήση κρατικής και αστυνομικής ανακριτικής σαδιστικής αγριότητας εις βάρος Ελλήνων και Ελληνίδων Κυπρίων κατά το 1955-1959 αποτελεί μια σκοτεινή σελίδα της σύγχρονης βρετανικής ιστορίας που δεν κατανοούμε γιατί είναι δύσκολο να αποκηρυχθεί από τους σημερινούς Βρετανούς πολιτικούς.

Ας μην ξεχνάμε, λοιπόν, «τα μαθήματα του παρελθόντος», αφού η αποικιακή συγνώμη κατά τα φαινόμενα αργεί. Και ανάμεσα στους εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες που βασανίστηκαν άγρια, τους δεκατέσσερις αποβιώσαντες από τα βρετανικά μεσαιωνικά βασανιστήρια κατά το 1956-1958 (οι τέσσερις μετά από σφίξιμο μεταλλικής στεφάνης στο κεφάλι τους). Ήταν οι Γεώργιος Νικολάου, 26 ετών, από τον Κάτω Πύργο, Ανδρέας Παναγιώτου, 31 ετών, από τον Πολύστυπο, Νίκος Γεωργίου, 35 ετών, από το Παλαιχώρι, Θεοδόσης Χατζηθεοδοσίου, 24 ετών, από τους Στύλλους, Στέλιος Τριταίος, 28 ετών, από τον Κάτω Πύργο, Πλάτων Στυλιανού, 32 ετών, από το Βουνί, Λουκάς Λουκά, 17 ετών, από την Αγία Νάπα, Παναγιώτης Χρυσοστόμου, 37 ετών, από τους Στύλλους, Νικόλας Γιάγκου, 23 ετών, από την Πάνω Ζώδια, Χαράλαμπος Φιλιππίδης, 19 ετών, από τις Αρόδες, Σπύρος Χατζηγιακουμής, 26 ετών, από την Κυθρέα, Πρόδρομος Ξενοφώντος, 18 ετών, από το Αγριδάκι, Γεώργιος Χριστοφόρου, 19 ετών, από την Έμπα,  Βασίλης Αλεξάνδρου, 33 ετών, από το Λιμνάτι.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Ο Φιλελεύθερος» στις 26 Ιανουαρίου 2019

Η φωτογραφία από τους δρόμους της Λευκωσίας, 1955-1959

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s