Όπου κι αν αγγίξεις τη μνήμη…

Τη βδομάδα του Πάσχα, μια παλιά φίλη με προσκάλεσε σε συνάντηση με τους παλιούς συμμαθητές μας, όσους μπορούσαν και όσους θα βρίσκαμε. Αφορμή δόθηκε από την επίσκεψη στην Κύπρο δυο ξενιτεμένων. Της Χρυστάλλας, συμμαθήτριάς μας από την Πρώτη Δημοτικού μέχρι τη Δευτέρα Γυμνασίου, όσο δηλαδή προλάβαμε να φοιτήσουμε στα σχολεία της κωμόπολης που γεννηθήκαμε μέχρι το καλοκαίρι του 1974, εγκατεστημένης μετά την προσφυγιά στην Αυστραλία. Και του Άριστου, που μας βρήκε στην Πέμπτη τάξη, όταν έχασε χρονιά, αφού ένα γκρέμισμα με το ποδήλατο κοντά στο Δημαρχείο τον είχε στείλει για αρκετές βδομάδες στο νοσοκομείο και σαν από θαύμα – που το χρεώνει στον Λαπηθκιώτη Άη Γιώρκη τον Εξορινό – γύρισε γερός στο σπίτι του και στο σχολείο. Κι αυτός πολύ μακριά από την Κύπρο σήμερα, αφού ύστερα από χρόνους δουλειάς στη Σαουδική Αραβία βρήκε την Ιθάκη του κάπου στη Ταϊλάνδη.

Μαζευτήκαμε, τελικώς, δώδεκα, μαζί με 3-4 άλλους συγχωριανούς. Με τους περισσότερους είχαμε να βρεθούμε από το 1974. Σίγουρα αλλαγμένοι όλοι μας, με κάποιους δεν θα γνωριζόμασταν αν συναντιόμασταν στον δρόμο, μακράν ο πιο ασπρομάλλης της σύναξης εγώ. Είπαμε συνοπτικά τα σημερινά μας, κάποιοι έγιναν ήδη παππούδες ή γιαγιάδες, μνημονεύσαμε όσους έφυγαν από τη ζωή, και η κουβέντα γύρισε στο χωριό μας, στους δασκάλους μας, στα καλά και τα στραβά τους, τη γλυκύτητα και την υπομονή τους ή το βαρύ τους χέρι και τη βλοσυρότητα, σε περιστατικά που σημάδεψαν τα παιδικά μας χρόνια, σε αυτούς που απουσίαζαν. Κοινό μαράζι, οι φωτογραφίες που τόσο μας λείπουν, αφού σχεδόν όλοι τις αφήσαμε στα σπίτια μας.

Στη συζήτηση, που εξελίχθηκε σε ταξίδι επιστροφής, οι μνήμες και οι εικόνες εναλλάσσονταν, στα χρώματα του πράσινου και του γαλάζιου που κυριαρχούσαν στο χωριό μας, στην πλάτη του Πενταδάκτυλου. Σαν το νερό που έτρεχε στο αυλάκι δίπλα στον κεντρικό δρόμο στην οδό Ελλάδος, που μας οδηγούσε κάθε μέρα στο σχολείο, πάνω στον επιβλητικό βράχο. Πρόσωπα, γεγονότα, όψεις του μυστηρίου της ζωής και του θανάτου όπως τις πρωτογνωρίσαμε, παιδικά παιχνίδια και σκιρτήματα, απώλειες, πόνος, η εισβολή, η οδύνη και η προσφυγιά, όπως τα βίωσε ο καθένας μας. Και η προσφυγική ταυτότητα που μας σημαδεύει έκτοτε. Η Ρίνα, που οργάνωσε και τη συνάντηση, μας είπε ότι κρατά δεκάδες πολυσέλιδα γράμματα που αντάλλασσαν τακτικά τα πρώτα χρόνια μετά το 1974, με την κολλητή της από την τάξη μας, τη Δώρα, όταν η μια βρέθηκε στον Στρόβολο κι η άλλη στη Λεμεσό. Ο Δώρος και ο Αντρέας έχουν πρωτοστατήσει, εδώ και μερικά χρόνια, μαζί με άλλους, οργανώνοντας γκρουπ στο διαδίκτυο, που παρακολουθούν πολλοί συγχωριανοί μας από όλο τον κόσμο και μοιράζονται νέα, φωτογραφίες και τεκμήρια, του τότε και του σήμερα. Είδαμε αχόρταγα τις σχολικές φωτογραφίες του 1966-1974, και αναγνωρίσαμε με τη βοήθεια των υπολοίπων τα πρόσωπα που είχαν ξεθωριάσει στον χρόνο. Ήταν σαν να μην πέρασε μια μέρα. Και αναρωτηθήκαμε πώς θα ήταν, άραγε, οι ζωές μας εάν δεν γινόταν το πραξικόπημα και η εισβολή…

Οι ζωές μας, κοινές για τα πρώτα 14 μας χρόνια, χώρισαν από το 1974. Σήμερα, ύστερα από 44 χρόνια, η λαχτάρα για τον γυρισμό στα πάτρια παραμένει το ίδιο ζωντανή, όπως και η φρίκη που «αμίλητη προχωράει» και «στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο». Το τραύμα του 1974 βιώθηκε βέβαια και συλλογικά, με διάφορους τρόπους, κι ανάλογα με το μέγεθος της απώλειας του καθενός. Όμως, όσο περνά ο χρόνος, τόσο συνειδητοποιείς ότι η μνήμη του πόνου, η μνήμη των όσων χάσαμε το 1974, παραμένει υπόθεση πρωτίστως προσωπική. Και πέρα από την όποια «ποιοτική διαφορά» στις επιλεκτικές λειτουργίες της μνήμης, για όσους τα μετράνε έτσι, όσο μεγαλώνεις και, παράλληλα, αυξάνεται η απόσταση από το τραύμα, νοιώθεις να επιβεβαιώνεται καθημερινά στο πετσί σου ο σεφερικός βιωματικός λόγος για τη «σκέψη του πρόσφυγα».

Κοντολογίς, ανεξάρτητα από τις πολιτικές και ιδεολογικές προεκτάσεις του προσφυγικού ζητήματος στις όποιες προοπτικές επίλυσης του Κυπριακού, και πέρα από πολιτικές ορθότητες και ψευδαισθήσεις κάθε εποχής, οι πρόσφυγες ως κατηγορία ανθρώπων είναι αδύνατον «να ξεχάσουν». Όσα έζησαν και όσα δεν έζησαν. Τη φρίκη και την οδύνη του πολέμου. Τον πόνο που προκαλούν καθημερινά τα κατοχικά οδοφράγματα και τα «βλάσφημα βέβηλα μέτρα» στον Πενταδάκτυλο. Και τον πόθο – ελάχιστο ανθρώπινο δικαίωμα αλλά και νομοτέλεια – της οριστικής Επιστροφής…

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Ο Φιλελεύθερος» στις 21 Απριλίου 2018

Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Δ τάξης του Α΄ Δημοτικού Σχολείου Λαπήθου, μπροστά από το σχολείο τους, Άνοιξη του 1970

Advertisements

3 thoughts on “Όπου κι αν αγγίξεις τη μνήμη…

  1. “… μια παλιά φίλη, με προσκάλεσε …” Αυτό το “,” με ενόχλησε. Κακώς;

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s