Το τελευταίο πρόστιμο στον Βασίλη Μιχαηλίδη

Η συμπλήρωση εκατό χρόνων από τον θάνατο του μεγάλου μας ποιητή, Βασίλη Μιχαηλίδη (1849-1917), τιμάται ήδη με διάφορες εκδηλώσεις, ιδιαίτερα στη Λεμεσό, όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του και απεβίωσε στις 25/26 Νοεμβρίου 1917 (παλαιό ημερολόγιο). Τα ποιήματά του έχουν ξεχωριστή θέση στο συλλογικό υποσυνείδητο των Ελλήνων Κυπρίων και έχουν αποδώσει στον συντάκτη τους τον τίτλο του «εθνικού ποιητή». Για το έργο και τη ζωή του Λευκονοικιάτη ποιητή έχουν ήδη γραφεί σημαντικά βιβλία από σπουδαίους φιλόλογους και μελετητές, με κομβικό σταθμό τη διδακτορική διατριβή του Γιάννη Κατσούρη. Όμως, η έρευνα δεν σταματά ποτέ. Ένα μικρό εύρημα από την «άδοξη ζωή» του Λευκονοικιάτη ποιητή θα παρουσιάσουμε σήμερα, επιφυλασσόμενοι να επανέλθουμε, όταν συμπληρώσουμε δυο μελέτες για άλλες, «φωτεινότερες» πτυχές της ζωής και του έργου του.

Ο Β. Μιχαηλίδης δεν ανήκε στους λόγιους λογοτέχνες, οι οποίοι είχαν το μονοπώλιο στην ποίηση στο νησί μας στην ύστερη Τουρκοκρατία και στις πρώτες δεκαετίες της Αγγλοκρατίας. Δεν είχε φοιτήσει σε Ελληνική Σχολή (σημερινό Γυμνάσιο) και το γεγονός αυτό επηρέασε και την επαγγελματική του αποκατάσταση. Εργάστηκε για 35 περίπου χρόνια ως υπάλληλος στον Δήμο Λεμεσού, κυρίως ως επιστάτης «γενικών καθηκόντων» στο Δημοτικό Νοσοκομείο και κατά το 1911-1915 ως «υπεύθυνος για τις απολυμάνσεις». Όπως γνωρίζουμε από τη μέχρι τώρα βιβλιογραφία, στη διάρκεια της υπαλληλικής του σταδιοδρομίας, ο «Βασίλης ο νοσοκόμος», όπως τον ήξεραν στη Λεμεσό, πλήρωσε το πάθος του για το ποτό με αρκετές καταγγελίες, πειθαρχικές  έρευνες, επιπλήξεις, τιμωρίες, μειώσεις μισθού, κ.ο.κ. Το ίδιο πάθος τον έστειλε το 1915 στο Πτωχοκομείο, που αποδείχθηκε και η τελευταία του κατοικία. Όμως, ούτε και εκεί σταμάτησε η εξάρτησή του από το αλκοόλ. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των συγχρόνων του, κυρίως των νεότερων θαυμαστών του, που τον επισκέπτονταν με σεβασμό και δέος, συνέχιζε να τα πίνει στο καφενεδάκι του Δημοτικού Κήπου, που γειτνίαζε με το Πτωχοκομείο. Παρόλα αυτά, δεν σταμάτησε να γράφει, και στο πρωτοχρονιάτικο φύλλο του 1917 της λεμεσιανής εφημερίδας «Σάλπιγξ» δημοσιεύθηκε «Το όρομαν του Ρωμιού». Το μεγαλόπνοο πατριωτικό ποίημα ήταν το τελευταίο του που είδε τυπωμένο.

Την ίδια εποχή, μεσούντος του Μεγάλου πολέμου, οι Βρετανοί είχαν εντείνει τα αυστηρά προληπτικά μέτρα. Κήρυξαν τον στρατιωτικό νόμο, επέβαλαν αυστηρή λογοκρισία στον Τύπο, ενέτειναν τις αγορανομικές εφόδους, παρακολουθούσαν συστηματικά τους Τουρκοκύπριους που υποπτεύονταν για συνεργασία με την εχθρική Οθωμανική Αυτοκρατορία και, για λόγους προστασίας από τον φόβο επιδρομής γερμανικών υποβρυχίων, εφάρμοζαν συσκότιση κάθε βράδυ, ειδικά στις παραλιακές πόλεις.  Όπως παρατήρησε ο Γ. Λεύκης το 1937, εξαιτίας της συσκότισης, ο ποιητής της 9ης Ιουλίου επέπρωτο να αναχωρήσει από τα γήινα, μια κατασκότεινη νύχτα, «μιαν νύχταν μουλλωτήν»…

Στις λεμεσιανές εφημερίδες του 1917 εντοπίζονται αρκετά δημοσιεύματα ρουτίνας, με τίτλο «Στρατοδικείον Λεμεσού». Τα περισσότερα αδικήματα αφορούσαν περιστατικά αισχροκέρδειας, υπήρχαν όμως και περιπτώσεις επιβολής προστίμου, επειδή οι καταδικασθέντες «είχον εις την οικίαν των φως ορατόν εκ της θαλάσσης». Τον Αύγουστο του 1917, σε συνεδρία του Στρατοδικείου, έντεκα Λεμεσιανοί καταδικάστηκαν σε πέντε σελίνια πρόστιμο έκαστος, για αυτήν την παράβαση. Άλλοι δύο, ο Βασίλ. Μιχαηλίδης και ο Κυριάκος Μέσης, για την ίδια κατηγορία, αλλά χωρίς αναφορά στην «οικίαν των» πλήρωσαν δέκα σελίνια («Αλήθεια», 11 Αυγούστου 1917 και Παράρτημα «Σάλπιγγος» 16/29 Αυγούστου 1917). Τι ακριβώς συνέβη δεν μπορούμε να ξέρουμε, αφού οι εφημερίδες λόγω του στρατιωτικού νόμου απέφυγαν τα σχόλια. Αν δεν πρόκειται για συνωνυμία, ο Μιχαηλίδης με τον Μέση (φούρναρη στην περιοχή της Κουναπιάς, με γιο εθελοντή στους Βαλκανικούς πολέμους) θα τα κουτσόπιναν, πιθανότατα στο καφενείο του Κήπου, κοντά στην παραλία, ή κάπου αλλού, χωρίς να φροντίσουν να καλύψουν το φως, γεγονός που φυσιολογικά επιβάρυνε την κατηγορία και διπλασίασε το σχετικό πρόστιμο – ειδικά αν συνελήφθηκαν «οινοβαρείς»… Τέσσερις περίπου μήνες αργότερα, ο Μιχαηλίδης θα γλύτωνε οριστικά και από τα ανθρώπινα βάσανα και πάθη και από την «κρίσιν την εγγλέζαν»…

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Ο Φιλελεύθερος» στις 16 Σεπτεμβρίου 2017

Advertisements

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s