«Η κιθάρα», του Νίκου Νικολάου – Χατζημιχαήλ: Επιστρέφοντας στο κατεχόμενο πατρικό σπίτι

Τώρα που πέρασαν οι ημέρες των επετείων της τουρκικής εισβολής, εορταστικές για τους εισβολείς και ημέρες θλίψης για μας, ειδικά για τους πρόσφυγες και για όσους σημαδεύτηκαν οι ζωές και οι οικογένειές τους από το 1974, αντιγράφω ένα διήγημα του Νίκου Νικολάου – Χατζημιχαήλ από την περσινή (2014) συλλογή διηγημάτων του, «20 Διηγήματα».

 

Ο Νίκος Νικολάου – Χατζημιχαήλ (Κύπρος, 1948), από τις πιο σημαντικές λογοτεχνικές φωνές της σύγχρονης Κύπρου, με τη σεμνότητα και τη διακριτικότητα που χαρακτηρίζει έναν ολοκληρωμένο πνευματικό άνθρωπο, μας έχει δώσει την τελευταία τριετία τρία σημαντικά βιβλία: την ποιητική συλλογή «Διθαλάσσου. Ποιήματα» ( Λευκωσία: Κάρβας, 2012), τον «Πικρόλιθο. Σημειώσεις σχεδίας» (Λευκωσία: Κάρβας, 2014) και τα «20 Διηγήματα» (Λευκωσία: Κάρβας, 2014). Και τα τρία κυκλοφορούν σε εξαιρετικά φροντισμένες εκδόσεις, που ξεχωρίζουν στο κυπριακό εκδοτικό τοπίο, σε τυπογραφική επιμέλεια του ίδιου του συγγραφέα: ένα προϊόν της ευαισθησίας του, της αγάπης του στο βιβλίο, της φροντίδας του για την κάθε λέξη και την κάθε σελίδα, και της μακράς μαθητείας του σε σημαντικούς πνευματικούς ανθρώπους και της φιλίας του με αυτούς.

 

Στα «20 διηγήματα» ο Νίκος Νικολάου – Χατζημιχαήλ γράφει για την Αμμόχωστο της νεότητάς του, την Κύπρο όπως την σημάδεψε η τομή (με την κυριολεκτική σημασία της μαχαιριάς) του 1974 και ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια στο «Λεοντάρι» και στα «Βασιλικά», τα δίδυμα χωριά της Καρπασίας Λεονάρισσο – Βασίλι. Επέλεξα για το «Περί ιστορίας» το διήγημα «Η κιθάρα», μια ιστορία που ταιριάζει σε χιλιάδες άλλες ανάλογες ιστορίες προσφύγων που άφησαν στις πατρικές τους εστίες και τη γη τους, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974, δεκάδες αγαπημένα τους αντικείμενα, μαζί με τα παιδικά και τα νεανικά τους όνειρα και τις αναμνήσεις που θα τους συνοδεύουν πάντα. Η πρώτη επίσκεψη -και όχι, δυστυχώς, επιστροφή – ύστερα από την τουρκική εισβολή, του ήρωα του διηγήματος στο δωμάτιο του πατέρα, στο πατρικό του σπίτι, τον φέρνει αντιμέτωπο με την αγαπημένη κιθάρα του πατέρα του, αλλά και την πραγματικότητα, όπως την διαμόρφωσε η ξένη κατοχή τεσσάρων δεκαετιών και το αντίστοιχο «δικαίωμα» του παράνομου «χρήστη», δηλαδή του κλέφτη. Και αν για το αγαπημένο προσωπικό αντικείμενο – κιθάρα, η «χρήση» εξακολουθεί να είναι ίδια, από τον νόμιμο κάτοχο και τον «σημερινό χρήστη», καταπώς λέει και η σύγχρονη πολιτική ορολογία της περίπλοκης «λύσης» που σχεδιάζεται στο Κυπριακό, η αποκάλυψη της εντελώς απροσδόκητης χρήσης της ελληνικής σημαίας, ενός συλλογικού συμβόλου, δίνει μια άλλη διάσταση στην αφήγηση, υπονομεύοντας την κυριαρχία της συγκίνησης. Παράλληλα, στο διήγημα διαγράφονται, κυρίως μέσα από τη παγερή σιωπή του ταξιδιού της επιστροφής της επιλογικής παραγράφου, τα έντονα βιώματα και τα συναισθήματα του «επισκέπτη», τόσο δύσκολο να συνειδητοποιηθούν στην έκτασή τους από έναν τρίτο.

 

Η ΚΙΘΑΡΑ

Δεν ήθελε να επισκεφθεί το σπίτι του. Ήθελε να επιστρέψει στο σπίτι του. Και για τον μοναδικό αυτό λόγο δεν δοκίμασε ποτέ να περάσει τα οδοφράγματα. Προτιμούσε να ζει με την εικόνα που ήταν χαραγμένη μέσα του, την άφθορη, την άχραντη, την αγνή εικόνα του σπιτιού του, που καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να χαλάσει. Η συρρίκνωση που υπέστη ο τόπος, οι δρόμοι που είχαν γίνει στενότεροι, τα σπίτια και οι πόρτες που χαμήλωσαν ξαφνικά και έπρεπε να σκύψεις για να μπεις, και τόσες αλλαγές που είχαν επισημάνει όσοι πήγαιναν εκεί, δεν τον άγγιζαν. Όταν γύριζαν από εκεί οι φίλοι και οι συγγενείς τού έφερναν φωτογραφίες, μα αυτός αδιαφορούσε παντελώς. Ξεκινούσαν να του περιγράφουν τον τόπο κι αυτός απομακρυνόταν ή άκουγε αδιάφορα, λες και ήταν περιγραφή κάποιου άγνωστου τόπου από έναν μακρινό πλανήτη σε κάποιον μακρινό γαλαξία. Δεν συμμετείχε, ζούσε στο δικό του παραμύθι. Και τα πάντα στο παραμύθι του είχαν όνομα: το κάθε δέντρο, το κάθε χωράφι, ο γιαλός, τα τζιτζίκια, τα σγαρτίλια, το ποδήλατό του, η σκυλίτσα του, η μηχανή του νερού. Ακόμα και η αγαπημένη του κιθάρα, δώρο από τη μάνα του, που της έδωσε τιμητικά τ’ όνομά της.

Ο γιος του σεβάστηκε την επιθυμία του και ποτέ δεν τον πίεσε να τον συνοδεύσει σε ένα ταξίδι που θα ήταν τόσο οδυνηρό γι’ αυτόν, μα μια φωνή μέσα του τού έλεγε ότι έπρεπε να γνωρίσει τον τόπο που γεννήθηκε ο πατέρας του και να τον συνδέσει με τις ιστορίες που του έλεγε κάθε φορά όταν τον ρωτούσε.

Στο σπίτι τώρα έμεναν άλλοι άνθρωποι, ξένοι, που τους έφεραν εδώ, για να ζήσουν σε σπίτια ανθρώπων που τους έδιωξαν με εκβιασμούς. Το σπίτι δεν τους ανήκει, κι ούτε τους κόφτει αν στους τοίχους κρέμονται οι φωτογραφίες άλλων ανθρώπων. Υπάρχει δίκαιο; Αλλά, ποιος ενδιαφέρεται πια για δίκαιο.

Αυτές και άλλες πολλές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του, καθώς προχωρούσαν στον στενό δρόμο. Ο θείος του που τον συνόδευε είπε να σταματήσουν. Το διαισθάνθηκε κι ο ίδιος ότι ήταν κοντά. Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και στάθηκαν μπροστά στο σπίτι. Ακριβώς όπως του το είχε περιγράψει ο πατέρας του: η μαυρομάτα έγινε πελώρια όπως και η ακακία και η ζαμπουκιά∙ ο ευκάλυπτος φαινόταν λυγισμένος και γερασμένος∙ τα κυπαρίσσια στη θέση τους∙ δεν υπήρχαν όμως οι μουριές και άλλα δέντρα. Βγήκαν κάποιοι άνθρωποι από την κεντρική είσοδο του σπιτιού και κοιτούσαν με απορία στην αρχή, μα γρήγορα κατάλαβαν για τι επρόκειτο. Ένας γέρος κούνησε τα χέρια του και από τις κινήσεις του φαινόταν ότι δεν είχαν εχθρική διάθεση. Χαιρέτησε, μα δεν τους έδωσε σημασία, προχώρησε αμέσως προς το παράθυρο. Το δωμάτιο του πατέρα κάτω από την μαυρομάτα∙ το σκαλιστό ερμάρι∙ η φωτογραφία της εκκλησίας. Απίστευτο! Όλα στη θέση τους, και το μόνο πράγμα που φαινόταν αλλαγμένο ήταν η κουρτίνα. Καθώς δε το βλέμμα του σάρωνε κάθε τετραγωνικό εκατοστό από το χώρο του δωματίου, καρφώθηκε ξαφνικά σε ένα συγκεκριμένο σημείο∙ μεταξύ του τοίχου και του ερμαριού φαινόταν το κεφαλάκι της και ένα μέρος από το λαιμό της. Φώναξε αυθόρμητα: «η αγγελού» κι έδειξε με το χέρι προς το μέρος που έβλεπε. Ένας μεσόκοπος Τούρκος που είχε μπει λίγο πριν στο δωμάτιο, είδε την κίνηση και χαμογελώντας έβαλε το αριστερό του χέρι, έπιασε την κιθάρα και με το δεξί πέρασε μια φορά τα δάχτυλά πάνω από τις χορδές.

Αυτό που ακούστηκε δεν ήταν μουσικός ήχος∙ αναστεναγμός ήτανε∙ και παράπονο. «Η κιθάρα του πατέρα μου», είπε δυνατά. Αμέτρητες ήταν οι ιστορίες που είχε ακούσει γι’ αυτή την κιθάρα. Πρόσεξε στο σώμα της τα αρχικά του πατέρα. Χαμογέλασε και τα χέρια του κινήθηκαν μηχανικά μπροστά, σε μια κίνηση όπως όταν προσμένει κάποιος να πάρει κάτι που του προσφέρουν ή κάτι που του ανήκει.

«Η κιθάρα είναι δική μου τώρα», ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο. Σαν αστροπελέκι έπεσε στο κεφάλι του αυτό που άκουσε, χάθηκε το χαμόγελο από τα χείλη του και πριν ακόμα συνέλθει από το ξάφνιασμα, ήρθε ένα δεύτερο: η «κουρτίνα» τραβήχτηκε και στα έκπληκτά του μάτια ξεδιπλώθηκε μια ελληνική σημαία. Πάγωσε. Τη σημαία την είχαν κάνει κουρτίνα.

Συνήλθε μόνο από το θόρυβο που έκανε το αυτοκίνητό τους, καθώς ξεκινούσε. Ο θείος του ήταν ήδη μέσα και τον περίμενε. Στο γυρισμό δεν είπε ούτε-μια-λέξη. Κοιτούσε, ανέκφραστος, στο βάθος του δρόμου, χωρίς να βλέπει τίποτε, σχεδόν χωρίς να αναπνέει. Μέσα του, όμως, στην οθόνη της ψυχής του προβαλλόταν σαν κινηματογραφική ταινία η ιστορία του τόπου του. Σχεδίαζε την πορεία του στο μέλλον.

Advertisements

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s