Από τη γενιά της ήττας στη γενιά της μίζας

Γράφαμε το περασμένο Σάββατο, με αφορμή το τραγικό γεγονός της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι από μέλος της «Χρυσής Αυγής», το πόσο εφιαλτικό είναι το φαινόμενο της εκλογικής γιγάντωσης ενός κόμματος, του οποίου τα ηγετικά στελέχη δεν ντρέπονται να ομολογήσουν ότι θαυμάζουν τον Χίτλερ ή τη δικτατορία. Σε μια χώρα, που υπέφερε τόσα από τον «αυθεντικό» Ναζισμό, κατά το 1941-1944. Την παραπάνω διαπίστωση δεν μετριάζουν οι εκτιμήσεις ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων της «Χρυσής Αυγής» δεν είναι, βέβαια, ούτε φιλοναζιστές, ούτε μέλη των ομάδων που αντιγράφουν κακέκτυπα τα «τάγματα εφόδου», αφού αυτό δεν αποτελεί αιτία εφησυχασμού. Αρκεί να θυμηθούμε ότι μέσα σε δέκα χρόνια ο Χίτλερ κατάφερε, από το αποτυχημένο πραξικόπημα – οπερέτα του Νοεμβρίου του 1923 που οδήγησε στη φυλάκισή του, να αναδειχθεί καγκελάριος, τον Ιανουάριο του 1933, ως αρχηγός του μεγαλύτερου κόμματος της Γερμανίας. Και τότε, οι πραγματικοί ναζιστές ήταν ελάχιστοι. Τους ακολουθούσαν, όμως, τεράστιες μάζες ψηφοφόρων…

Η πικρή μας αίσθηση είναι, ότι στην Ελλάδα σήμερα η δημοκρατία δεν κινδυνεύει τόσο από τη μισαλλοδοξία και τα αρρωστημένα μυαλά της ηγεσίας της «Χρυσής Αυγής», όσο από την αβελτηρία των «αστικών» ή «δημοκρατικών» κομμάτων να αποτινάξουν τη σήψη, τη διαφθορά και το λαϊκισμό και να δώσουν όραμα και ελπίδα στον απλό πολίτη που βασανίζεται από την παρατεταμένη οικονομική κρίση. Η εικόνα του Άκη Τζοχατζόπουλου, ενός από τους ισχυρότερους πολιτικούς της μεταπολιτευτικής Ελλάδας να οδηγείται στο κελί του ύστερα από νέα καταδίκη του σε πολυετή φυλάκιση, αποτελεί κόλαφο για τη Δημοκρατία και όχι, ακόμη, απόδειξη κάθαρσης. Αυτή φαίνεται ότι αργεί.

Ανάλογα θλιβερά περιστατικά πολιτικής σήψης και διαφθοράς παρακολουθούμε εσχάτως και στην Κύπρο, ενώ η συνέχεια προβλέπεται αποκαλυπτικότερη. Από την καταιγιστική ειδησεογραφία του δικαστικού ρεπορτάζ, στεκόμαστε σε τέσσερις μόνο υποθέσεις: Στην «εσωτερική πληροφόρηση» για το «κούρεμα» του Μαρτίου, στο σκάνδαλο της Δρομολαξιάς σε όλες τις διαστάσεις του, στους «εντιμότατους φίλους» του Άκη Τζοχατζόπουλου στην Κύπρο και στην ακαταλαβίστικη λογιστική των «κουτσοδουλιών» στην ιδιωτική κατοικία του τέως προέδρου της Δημοκρατίας από ένα μεγαλοεργολάβο δημόσιων έργων. Ο απλός πολίτης καταλαμβάνεται από απελπισία, όταν κάνει μια αναγωγή των τεσσάρων αυτών υποθέσεων σε πιθανές ανάλογες «μίζες» και «δώρα» σε αετονύχηδες από μεγάλα έργα και συμβάσεις εκατομμυρίων, γιγάντιες αγοραπωλησίες και μεταβιβάσεις γης, κομματικές, συνδικαλιστικές, τραπεζικές ή ακόμη και εκκλησιαστικές επιχειρήσεις και επενδύσεις των τελευταίων δεκαετιών… Κανένας δεν πρέπει να στοχοποιείται ως ένοχος προτού καταδικαστεί, όμως το γεγονός ότι τόσα χρόνια η Κυπριακή Δημοκρατία δεν κατάφερε να οδηγήσει στα δικαστήρια ούτε έναν «επώνυμο» για κακοδιαχείριση του δημόσιου χρήματος, είναι το σύμπτωμα που επιβεβαιώνει τη σήψη.

Αποτελεί υποχρέωση της πολιτικής ηγεσίας, κυβέρνησης και κομμάτων, αλλά και της γενικής εισαγγελίας, να αποδείξουν ότι διαθέτουν τη στοιχειώδη διορατικότητα για να περισώσουν τη χαμένη τιμή του πολιτικού συστήματος. Η Κύπρος διαθέτει ένα (θλιβερό) πλεονέκτημα: έχει παράδειγμα προς αποφυγήν το ελλαδικό μητροπολιτικό πρότυπο σε ότι αφορά τις συνέπειες από την ατιμωρησία της πολιτικής διαφθοράς και τον αμοραλισμό στην εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική εξουσία. Ιδού, λοιπόν, η Ρόδος.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. “Ο Φιλελεύθερος” στις 12 Οκτωβρίου 2013.

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s