Ιωάννης Ταϊφάκος (1948-2013)

Απεβίωσε το περασμένο Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013, ύστερα από βραχύτατη άνιση μάχη με τον καρκίνο, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου και πρόεδρος του Τμήματος Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας, Ιωάννης Ταϊφάκος. Ο εκλιπών είχε γεννηθεί στη Μάνη, στο Γύθειο. Κλασικός φιλόλογος με σπουδές στην Αθήνα, τη Ρώμη και το Λονδίνο εργάστηκε ως ερευνητής στο Κέντρο Έρευνας της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας της Ακαδημίας Αθηνών. Από το 1993 κατήλθε στην Κύπρο όπου εκλέχθηκε στην έδρα των Λατινικών γραμμάτων. Εκτός από το συγγραφικό και επιστημονικό του έργο, προσέφερε πολυσχιδές διοικητικό έργο στην εικοσαετή του καθηγεσία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, αφού υπηρέτησε για δύο θητείες ως Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής και για άλλες έξι ως πρόεδρος του Τμήματος Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας.

Ο Ιωάννης Ταϊφάκος ήταν μια από τις πιο χαρακτηριστικές προσωπικότητες του νεαρού, ακόμη, και αναζητούντος ταυτότητα, πρώτου δημόσιου κυπριακού Πανεπιστημίου. Η ανακοίνωση του Πανεπιστημίου Κύπρου για τον θάνατό του, τον ονομάζει «ευπατρίδη που με την παρουσία του κοσμούσε την πνευματική ζωή του τόπου». Όντως, αριστοκρατικός στους τρόπους και στην άψογη αμφίεση, έδινε ξεχωριστή σημασία στην εξωτερική του εμφάνιση, εμφυσώντας άρωμα και συμπεριφορά «Αθηναϊκής λέσχης» στη Λευκωσία. Αυτό δεν μείωνε τις τακτικές του παρεμβάσεις στον δημόσιο βίο της Κύπρου, είτε με διαλέξεις του ανά τη νήσο, είτε με την αρθρογραφία του στον τύπο (τελευταίο του άρθρο – ιδιαίτερα καίριο – το «Οι πανεπιστημιακοί και το έργο τους», στον «Φιλελεύθερο» της 7ης Απριλίου 2013), είτε με εμφανίσεις του σε τηλεοπτικές εκπομπές. Άψογος και καλλιεπής χειριστής του λόγου και προικισμένος με πνευματώδες χιούμορ ήταν, ταυτόχρονα, εξαίρετος γνώστης της ελληνικής ιστορίας. Εκαυχάτο δικαίως για την προγονική πολεμική προσφορά μελών της οικογένειάς του στην ανυπότακτη Μάνη από την εποχή της εξέγερσης του Λάμπρου Κατσώνη και της εθνεγερσίας του 1821.

Ο Ιωάννης Ταϊφάκος είχε αναπτύξει στενούς δεσμούς με τους Ακανθιώτες, καθώς είχε στηρίξει, ως κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής, τη διοργάνωση των επιστημονικών συνεδρίων για την Ακανθού. Μόλις πριν από δυο μήνες, στις 11 Μαΐου 2013, είχε ανακηρυχθεί από τον προσφυγικό Δήμο επίτιμος δημότης Ακανθούς, σε ανταπόδοση της «εθνικής και μορφωτικής του δράσης». Είχε προηγηθεί η πολιτογράφησή του στο κυπριακό ιδίωμα, είτε ως «Ταϊφάκκος» είτε ως «Νταϊφάκκος»…

Η αποτίμηση του έργου ενός επιστήμονα ερευνητή των κλασικών σπουδών και πανεπιστημιακού δασκάλου δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει εν θερμώ. Ο χρόνος είναι αδέκαστος και αμερόληπτος κριτής, παράλληλα με την εξίσου αλάνθαστη ετυμηγορία των φοιτητών και των φοιτητριών για τους δασκάλους τους, η οποία δεν καθορίζεται από μεταβαλλόμενες συμμαχίες ισχύος και προσωπικές αντιπαραθέσεις και πικρίες που συχνά χαρακτηρίζουν (και δηλητηριάζουν) το εργασιακό περιβάλλον και τις ανθρώπινες σχέσεις στον πανεπιστημιακό μικρόκοσμο. Ο Ιωάννης Ταϊφάκος ανέδειξε μαθητές και μαθήτριες, είχε καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της Φιλοσοφικής Σχολής και άφησε τη σφραγίδα του στα κλασικά γράμματα του τόπου, καθοδηγώντας και εμπνέοντας εκατοντάδες νέους κλασικούς φιλολόγους. Το τελευταίο του μάθημα ήταν το σθένος και η αξιοπρέπεια που επέδειξε στη διάρκεια της επώδυνης ασθένειάς του, καθώς και η επιλογή του να ταφεί στην κυπριακή γη. Σαν έτοιμος από καιρό.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. “Ο Φιλελεύθερος”, στις 13 Ιουλίου 2013.

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s