Συμπληρώθηκαν σήμερα 70 χρόνια από τους δύο πρώτους απαγχονισμούς αγωνιστών της ΕΟΚΑ στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, του Μιχαλάκη Καραολή και του Ανδρέα Δημητρίου. Όπως είναι γνωστό οι πρώτες εκτελέσεις (απαγχονίστηκαν κατά το 1956-1957 από τη Βρετανική Αυτοκρατορία συνολικά εννιά Κύπριοι νέοι αγωνιστές της ελευθερίας και του Αγώνα για την Ένωση) προκάλεσαν θύελλα διαμαρτυριών και μαχητικές αντιδράσεις σε όλη την Ελλάδα. Ειδικότερα, στις 9 Μαΐου 1956, σε μια από τις πιο πολύνεκρες διαδηλώσεις στην Αθήνα μετά τον Δεκέμβριο του 1944, σκοτώθηκαν από τα αστυνομικά πυρά τρεις διαδηλωτές, ενώ αργότερα απεβίωσε και ένας νεαρός αστυφύλακας που είχε τραυματιστεί σοβαρά στις συγκρούσεις.
Οι μαχητικές αντιβρετανικές διαδηλώσεις ακολουθούσαν τις ανάλογες αντιδράσεις για την εξορία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και των τριών συνεξορίστων του στις Σεϋχέλλες, τον Μάρτιο του 1956, και απηχούσαν τη μεγάλη απογοήτευση της κοινής γνώμης από τη στάση «των φίλων του άλλου πολέμου», κατά τον σεφερικό λόγο, και την παράλληλη λαϊκή οργή για τη διάψευση όλων εκείνων των μεγάλων λόγων «που μας λέγαν κάθε βράδυ απ’ τα Λονδίνα τους», όπως είχε αποτυπώσει εύστοχα το τραγούδι της Σοφίας Βέμπο «Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου».
Σήμερα, τιμώντας την επέτειο, θα παρουσιάσω ως μικρό χαρακτηριστικό δείγμα από τις αντιδράσεις του αθηναϊκού Τύπου, το χρονογράφημα «Τα παλληκάρια», του «Ειρηνικού», στην Αυγή, την εφημερίδα της ΕΔΑ, στις 10 Μαΐου 1956. Το χρονογράφημα γράφτηκε και η εφημερίδα κυκλοφόρησε, όπως όλα τα πρωινά αθηναϊκά φύλλα εκείνης της ημέρας, χωρίς να έχει γίνει γνωστή η εκτέλεση των Καραολή και Δημητρίου, που απαγχονίστηκαν μετά τα μεσάνυχτα της 9ης προς τη 10η Μαΐου 1956. Ας σημειωθεί ότι τα γεγονότα διαδραματίζονται, προς αποθέωση της αποικιακής εγκληματικής πρακτικής, τη βδομάδα του Πάσχα. Η 10η Μαΐου του 1956 ήταν η Πέμπτη του Πάσχα…
Πϊσω από το ψευδώνυμο «Ειρηνικός» κρυβόταν ο Νίκος Παπαπερικλής (1908-1988), ένας από τους γνωστότερους δημοσιογράφους της ελλαδικής Αριστεράς, από τους πρώτους φοιτητές της Νομικής του ΑΠΘ με κομμουνιστική δράση στη δεκαετία του 1920, με συμμετοχή στην Αντίσταση και στη Θεσσαλονίκη, με μακρά θητεία εγκλεισμού στην Ακροναυπλία και στα μεταξικά, εμφυλιακά και μετεμφυλιακά ξερονήσια της πολιτικής εξορίας και πολυετή συνεργασία τόσο στην προδικτατορική «Αυγή» όσο και στον μεταπολιτευτικό «Ριζοσπάστη».
Στο συγκεκριμένο χρονογράφημα παρουσιάζεται η αγωνία του ελληνικού λαού, καθηλωμένου μπροστά «στο κουτί του ραδιοφώνου», για την τύχη των δύο νέων αγωνιστών της ΕΟΚΑ. Οι εφιαλτικές μνήμες από τις χιτλερικές εκτελέσεις της Ναζιστικής κατοχής, αλλά και από τις θηριωδίες της Μικρασιατικής καταστροφής είναι εμφανείς, όπως και η συγκίνηση και η φρίκη ενός ολόκληρου έθνους απέναντι στο ικρίωμα των Κεντρικών Φυλακών της Λευκωσίας και στο μεγαλείο των νέων ανθρώπων, που εξακολουθούν να δίνουν τη ζωή τους για τη «χιλιάκριβη την λευτεριά». Η σύγχρονη ελληνική ιστορία συνοψίζεται και αναβιώνει στα ονόματα Καραολής και Δημητρίου, με έμφαση στον πόνο της μάνας που εδώ εντοπίζεται με ορισμένες πολύ τρυφερές εκφράσεις που αποδίδονται “στις γυναικούλες του [προσφυγικού] συνοικισμού” αλλά και με αναφορά στη μάνα του Μιχαλάκη Καραολή. Αξίζει να το διαβάσετε και για έναν άλλο λόγο αφού κατά συγκυρία σήμερα είναι και η “γιορτή της μητέρας”:
«Τα παλληκάρια
Με σφιγμένη την καρδιά γυρίζουμε το κουμπί του ραδιοφώνου. Με κομμένη την ανάσα σκύβουν οι Έλληνες πάνω στο κουτί ν’ αφουγκρασθούν…
-Ζούν;
-Ζουν ακόμη, αλλά άκου!… Άκου τις αλυσίδες τους!
– Και τα κρυφομιλήματα των δημίων έξω απ’ το κελλί τους!
-Χριστέ μου…! Παλληκαράκι μου… σταυροκοπιούνται οι γυναικούλες του συνοικισμού. Καρδούλες μας…
Σπαρακτική η πρωινή εκπομπή. Τα πάθη του Χριστού μέσα στη γιορταστική βδομάδα του Πάσχα. Η καημένη η μάνα του Μιχαλάκη δέχτηκε την πρώτη φαρμακερή μαχαιριά. Πήγαν, λέει, οι αστυνόμοι στο σπίτι της. Τα κεφάλια, σκυφτά, ντροπιασμένα…
-Σήκω κυρά… Πάμε για τη Λευκωσία…
-Γυιέ μου! – βόγγηξε η γριά. Ματάκια μου!
– Σήκω αν θέλεις να τον προλάβεις… Οι ώρες είναι μετρημένες … Πάμε… Θα φύγει…
Σωριάστηκε η μάνα. Απόμεινε το σπίτι, το χωριό, η Κύπρος, η Ελλάδα, ο κόσμος ολάκερος ν’ αφουγκράζεται το βουβό θρήνο της μάνας του Καραολή και να δακρύζει πάνω στο πένθιμο ραδιόφωνο, στις μαύρες αράδες της εφημερίδας, στα κεφαλάκια των μικρών παιδιών, που κολλήσαν στο μικρόφωνο, στις ποδιές τους οι γυναίκες, που πετάχτηκαν απ’ την κουζίνα τους, στις ασβεστωμένες φόρμες τους οι χτίστες που παράτησαν το γιαπί… Δάκρυ κι’ οργή, χτύποι της καρδιάς και κομμένες αναπνοές, και λόγια βαρειά ζυμωμένα με τη λαχτάρα της ψυχής τους, με το μίσος στην τυραννία.
-Θα μας το φαν το παλληκάρι;
-Πάψε!… Άκου το σπαραγμό της μάνας…
-Τον ακούω… Και πέρα αλυχτούν τα σκυλιά τους….Και το ούρλιασμα του Χάρντινγκ… «Φάιαρ!»
-Ματάκια μου! Πουλί μου…
Κι’ οι μάνες κλαιν. Οι Ελληνίδες μάνες οι μαυρομαντηλούσες. Οι χαροκαμένες. Οι φαρμακωμένες. Οι μάνες που χάσαν τα τέκνα τους σ’ έναν ομαδικό χιτλερικό τάφο. Που τα κλάψαν ζωντανά ακόμα μπροστά σ’ ένα απόσπασμα. Που τα αρπάξαν μέσα απ’ τα ζεστά τους κρεβάτια οι καραμπινιέροι. Που τα σφάξαν οι Εγγλέζοι και οι Κούργκας σ’ ένα δρόμο της Αθήνας. Που τα ρίξαν οι Τούρκοι σε μια χαράδρα της αιχμαλωσίας. Που τα χάσαν μέσα απ’ τις αγκαλιές τους και παν…
Χτες ήταν η μέρα της μάνας του Μιχαλάκη Καραολή. Οι δήμιοι έχουνε σ’ όλα τους την τάξη του δημίου.
-Νάρθει και η μάνα του εδώ.
-Να τον κλάψει ζωντανόν.
-Να πιει το φαρμάκι της στάλα – στάλα.
-Να τον δει που θα φεύγει. Οι ώρες του είναι μετρημένες…
Μετρημένες είναι και οι δικές τους ώρες. Λεπτό προς λεπτό βουλιάζουν, χάνονται μέσα στην άβυσσο της οργιαστικής τυραννίας τους. Ο Μιχαλάκης Καραολής έγινε σημαία της λευτεριάς. Εκείνοι έγιναν η λέπρα της γης που σιχαίνεται να τους σηκώσει στη ράχη της. Θλιβερή και εξευτελισμένη αυτοκρατορία που παλεύει με όλους τους αρματωμένους στρατούς της και στόλους, μ’ όλους τους στρατάρχες και τους σκύλους της, μ’ όλους τους σπιούνους και τους δημίους της, μ’ όλους τους ξεβράκωτους και τα φουσάτα της, πόχει αντίπαλό της δυο παιδιά και τρέμει. Δυο παλληκάρια που ορθώνονται αυτό το εικοσιτετράωρο αρχαγγελικοί γίγαντες κατά του αποικισμού. Θα πέσουν; Ίσως. Θα σπάσουν όμως πέφτοντας χιλιόχρονες αλυσίδες. Θα ακολουθήσουν το δρόμο τους στρατιές μέσα απ’ τους μαντρωμένους μαχαλάδες, μέσα απ’ τα συρματοπλεγμένα χωριά, απ’ τα στρατόπεδα, απ’ την Κύπρο, απ’ την Αφρική, απ’ τη Ζούγκλα, απ’ όλα τα πλάτη της γης όπου βογγάνε σκλάβοι.
Τα παλληκάρια θα ζουν στον αιώνα. Ο Χάρντινγκ και οι λόρδοι του είναι πεθαμένοι από τώρα…»

Το πρωτοσέλιδο σκίτσο του Φωκίωνα Δημητριάδη στον αθηναϊκό “Ταχυδρόμο” της 12ης Μαΐου 1956 συνδέει ξεκάθαρα τη φρίκη της Κατοχής με την αποικιακή αντεπαναστατική καταστολή στην Κύπρο. Η μαυροφορεμένη Κύπρος εμφανίζεται με σφυγμένη τη γροθιά της αντίστασης.