Της Λαπήθου της μυροβόλου

Στη μνήμη του Λαπηθιώτη Φρίξου Καϊμακάμη (1924-2021),

ακριβού και αγαπημένου φίλου, που απεβίωσε στις 4 Αυγούστου 2021

Σαν σήμερα, στις 6 Αυγούστου 1974 ο τουρκικός στρατός κατέλαβε τις κωμοπόλεις της Λαπήθου και του Καραβά, καταπατώντας την «εκεχειρία» που είχε συμφωνήσει από τις 22 Ιουλίου 1974. Την αγαπημένη γενέτειρα της Λαπήθου είχε επισκεφθεί το 1952 ο Στράτης Μυριβήλης, στη διάρκεια μιας μεγάλης δημοσιογραφικής του αποστολής στην Κύπρο, για λογαριασμό της αθηναϊκής εφημερίδας Ελληνική Ημέρα. Για τη Λάπηθο ο Μυριβήλης έγραψε τρία άρθρα στην εφημερίδα του, με τίτλο «Η Λάπηθος το γραφικό χωριό», «Λάπηθος το μυροβόλο χωριό» και «Η Λάπηθος στον αγώνα». Εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά της και τη χαρακτήρισε «από τα πιο ωραιότερα τοπία της Ελλάδος». Αναδημοσιεύω εδώ ένα τμήμα του πρώτου άρθρου και σχεδόν όλο το δεύτερο.

«Το αυτοκίνητο μας ξεκινά πάλι. Οι Κύπριοι φίλοι μου θέλουν να μου δείξουν την Λάπηθο. Περνάμε δύο χωριά Ελλήνων αγροτών. Τον Άη-Γιώργη και τον Καραβά. Κατόπιν, ιδού η Λάπηθος. Ένα από τα ωραιότερα χωριά, από τα ωραιότερα τοπία της Ελλάδος. Μόνο το μαγευτικό Πήλιο μπορεί να δώσει μιαν ιδέαν της γραφικότητας και της ανοιξιάτικης δροσιάς του. Τα σχολεία του, χτισμένα πάνω στις πλατωσιές των ολοπράσινων λόφων, σε αρχαϊκό Ελληνικό ρυθμό. Πλάϊ τους, μέσα στον ίδιο περίβολο, οι ωραίες εκκλησίες… Νερά κελαρύζουν από παντού. Και τα Λαπηθωτάκια που σχολνούν από τα σχολεία. Ένας άλλος χαρούμενος, θορυβώδης καταρράχτης από παιδικούς κελαϊδισμούς, γέλια και φασαρίες. Τα προσωπάκια τους στράφτουν από εξυπνάδα. Στράφτουν και τα ματάκια τους τα μαύρα, τα καστανά, τα ωραιότατα Κυπριώτικα μάτια. Τα καμαρώνω πολλήν ώρα μαζί με τον Δήμαρχο που μας καλωσορίζει, να ροβολάνε τις ανθισμένες κατηφοριές με τις σάκκες τους, με τις Κυπριώτικες ποδίνες τους, ψηλές ως το γόνατο.

Ένα γύρω το τοπίο παραδεισιακό. Λεμονόδεντρα παντού, φρουτόδεντρα, πλατάνια. Άγριες περικοκλάδες σκαλώνουν στους κορμούς, κρεμάζουν ανθισμένες γιρλάντες στα κλαριά. Ψηλό το χωριό πάνω στο βουνό, σαν περήφανη βίγλα. Και από πάνω του σαν πολεμικό κράνος ένα πέτρινο βουνό. Η θέα προς τα κάτω ως την ακρογιαλιά, μαγευτική. Κήποι γεμάτοι καρποφόρα, περιβόλια πλούσια και τρεχούμενα νερά. Με πήγαινε στο Κεφαλόβρυσο. Εκεί μέσα από μια σκοτεινή σπηλιά, βαθειά και γεμάτην αντίλαλο, ορμά το νερό τραγουγώντας. Βγαίνει μέσα από την πετρένια καρδιά του βουνού, κρύσταλλο παγωμένο.

Το χωριό βγάζει τα ωραιότερα λεμόνια της Κύπρου.

Καθίζουμε έξω από τη σπηλιά του Κεφαλόβρυσου. Ακούμε το χαρμόσυνο τραγούδι του νερού και πίνουμε λεμονάδες από φρεσκοτρυγημένα, από φρεσκοκομμένα λεμόνια πελώρια, δροσερά, να τα δαγκάσεις με το χρυσό, το αφράτο φλούδι τους.

Μα έχει και τους Τίτλους της παληάς του Ελληνοχριστιανικής ιστορίας τούτο το γοητευτικό χωριό. (…)

Τώρα με την Άνοιξη η Λάπηθος λιγοθυμάει από τις ευωδιές. Οι νεραντζιές, τα λεμονόδεντρα πεντοβολούν από τα μύρα. Κάθεσαι στα εξοχικά καφενεδάκια να πάρης ένα κρύο νερό και έρχεται από ψηλά αεροπλέοντας ένα άσπρο λουλουδάκι να πέσει στο ποτήρι σου. Είναι κάποια νεραντζιά που σου στέλνει αυτό το αβρότατον «καλώς ήλθατε».

Μα δεν είναι μόνο η ομορφιά του χωριού που το κάνει ξεχωριστό ανάμεσα στ’ άλλα της Κύπρου. Είναι και η ιστορία του συγκινητική, γεμάτη αναμνήσεις εθνικές, πλούσια σε αρχαιολογικές αποκαλύψεις που εκτείνονται σ’ όλες της περιόδους της αιώνιας ελληνικής ζωής της Κύπρου. Από την αρχαιότατη ως τη χθεσινή, ως τη σημερινή. Ο Στράβων λέει πως το χωριό είναι αποικία των Λακεδαιμονίων, που ήλθαν εκεί υπό τον αρχηγόν των Πράξανδρον. Είναι χαρακτηριστικό πως το βουνό της Λακεδαίμονος που είναι κοντά στο Καϊάφα ονομάζεται ως σήμερα Λάπαθος. Οι αρχαιολόγοι και οι ιστορικοί μας καλούνται να εξακριβώσουν αν πρόκειται περί ουσιαστικής σχέσεως ή απλώς περί συμπτώσεως, όπως και εκείνη που εσημείωσα σε προηγούμενη συνεργασία μου με τη σχέση Σφάκες της Κύπρου και Σφακιά της Κρήτης. Κάτω, προς την ακρογιαλιά της Λαπήθου είναι τα ερείπια της αρχαίας Λαμπούσης. Μέσα στις πολλές εκκλησίες του χωριού βλέπει κανένας εντοιχισμένα κορινθιακά κιονόκρανα κουβαλημένα εκεί από τα ερείπια της Λαμπούσης. Οι εκκλησίες είναι του 18ου και 19ου αιώνος. Αξιοπαρατήρητη είναι μια εικόνα του Άη Γιάννη με δύο δωρικές στήλες. Ο άγιος είναι ζωγραφισμένος με ντύσιμο του 1680.

Τα ερείπια της Λαμπούσης απλώνονται μελαγχολικά στην ακρογιαλιά. Η ίδρυσις της ανάγεται στον 8ον αιώνα προ Χριστού, και η δόξα της έχει φτάσει στο κατακόρυφο κατά τους Βυζαντινούς και τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Περίφημος είναι ο φάρος της. Λένε πως στην κορφή του υπήρχε ένα πελώριο χρυσό φωτιστικό μήλο, από το οποίο πήρε και τόνομα της. Άλλοι πάλι αποδίδουν τόνομα της στη λάμψη της χλιδής και του πλούτου της πολιτείας αυτής που είναι σήμερα μια λαφυραγωγημένη νεκρούπολις με ολίγα θυμητικά. Βλέπει κανένας εκεί Βυζαντινά ερείπια εγκατεσπαρμένα. Σώζονται αρκετά από τα λαμπρά μωσαϊκά πατώματα. Υπήρχε και ιχθυοτροφείο, εγκαταλελειμμένο σήμερα. Είναι λαξεμένο στους βράχους της ακρογιαλιάς. Η θάλασσα με τα ψάρια της εισέρρεε μέσα στην μεγάλη στέρνα από διοχετευτικά έργα σκαμμένη επίσης στους βράχους.

Ο πλούτος της πόλεως, όπως είναι φυσικό τράβηξε την προσοχή των πολεμικών ληστοπειρατικών λαών του Μεσαίωνος. Άραβες έφταξαν μια νύχτα με τα ελαφρά τους καράβια στις αρχοντικές προκυμαίες. Βγήκαν, λεηλάτησαν, έσφαξαν, αιχμαλώτισαν και έφυγαν αφού έβαλαν φωτιά και πελέκι και την κατάστρεψαν. Από τη φρίκη εκείνης της επιδρομής η Λάμπουσα συνήλθε σιγά-σιγά. Ξανάνθισε στον 7ον αιώνα ελληνοχριστιανική βυζαντινοπούλα. Σώζονται δύο εκκλησίες από εκείνη την εποχή. Η μια είναι το μοναστήρι της Αχειροποιήτου. Η παράδοση του έχει τυλίξει το χτίσιμο του σ’ ένα θαύμα. Η παρθένος το μετέφερε εκεί από τη Μικρασία μέσα σε μια νύχτα, επειδή επρόκειτο να το κάψει εκεί ο φανατισμένος μουσουλμανικός όχλος. Το όνομα του μοναστηριού, εκτός από το θρύλο που το δικαιολογεί, είναι συνδεδεμένο ακόμα με την παρουσία του Αγίου Μανδηλίου, αυτού του μανδηλίου με το οποίο η Αγία Βερονίκη σκούπισε το ιδρωμένο πρόσωπο του Χριστού, όταν γονάτισε εξαντλημένος από το βάρος του Σταυρού του ανεβαίνοντας τον λόφο του Γολγοθά. Το πρόσωπο του θεανθρώπου αποτυπώθηκε στον άγιο-Μανδήλι που εφυλάσσετο και επροσκυνείτο από τους χριστιανούς μέσα σ’ αυτό το μοναστήρι, φυλαγμένο μέσα σε χρυσή θήκη. Το Άγιο Μανδήλι το σήκωσε από εκεί κατόπι επί Φραγκοκρατίας μια πριγκίπισσα της Σαβοΐας και το κατέθεσε στον καθεδρικό ναό του Τουρίνου, όπου και ευρίσκεται φυλαγμένο έως σήμερα από τους καθολικούς. Το μοναστήρι είναι ένα από τα παλαιότερα χριστιανικά ιδρύματα της Κύπρου. Εξωτερικά παρουσιάζεται ένα οικοδόμημα επτάπλευρο, ενώ μέσα το βλέπεις ημικυκλικό. Οι εικόνες του, παλαιότατες, είναι καταφαγωμένες από την αρμύρα της θάλασσας και από τους αγέρηδες. Σκιές των αγίων, μισόσβυστες μορφές, ξεθωριασμένοι φωτοστέφανοι. Εδώ ένα χέρι, εκεί ένα ζευγάρι μάτια, που εξακολουθούν να κοιτάζουν τον επισκέπτη μελαγχολικά μέσα από την αγλύν των αιώνων. Σ’ ένα στύλο σώζεται η εικόνα ενός αγίου που κρατά βιβλίο. Είναι πιθανώτατα του 14ου αιώνος. Υπάρχει και μια εικόνα του Αγίου Μανδηλίου σκεπασμένη με ασήμι. Το πάτωμα είναι από χρωματιστά μάρμαρα που συνδυάζονται αρμονικά σε γεωμετρικά σχήματα. Στο κέντρο τα μάρμαρα αυτά σχεδιάζουν ένα λουλούδι. Είναι κι’ ένα προσκυνητάρι ξύλινο σκαλιστό σε τέχνη μπαρόκ. Απ’ έξω μια βάση αγάλματος μας θυμίζει το πέρασμα της Ρωμαϊκής κατακτήσεως. Η επιγραφή του είναι αφιέρωση προς τον αυτοκράτορα Τιβέριον Καίσαρα. Βρισκόμαστε στο έτος 30 μετά Χριστόν! Γύρω σε σχήμα Π εκτείνονται οι πτέρυγες των ξενώνων και των κελλιών του μοναστηριού σε δύο πατώματα. Παντού εντοιχισμένα μάρμαρα και κίονες διαφόρων εποχών. Ανάμεσα στα ερείπια της Λαμπούσης είναι και η εκκλησία του Αγίου Ευλαλίου. Είναι ένας από τους πρώτους επισκόπους του αρχιερατικού θρόνου Λαπήθου. Εγκαταλελειμμένη είναι, όμως βρίσκεται σε καλή κατάσταση. Η ίδρυσις της ανάγεται στον 5ον αιώνα. Παντού ένα γύρω βλέπει κανένας σκόρπια μωσαϊκά πατώματα της εποχής. Εκεί στην περιοχή του Αγίου Ευλαλίου και της Αχειροποιήτου βρέθηκε τα πρώτα χρόνια του αιώνος μας ένας θησαυρός καλλιτεχνικός και μεταλλικός από ασημένια πιάτα δουλεμένα αριστοτεχνικά και διάφορα άλλα αντικείμενα χριστιανικής λατρείας από πολύτιμα μέταλλα. Όλα αυτά είναι του 6ου μ.Χ αιώνος. Ο θησαυρός αυτός ανακαλύφθηκε αποθηκευμένος μέσα σε μια πετρένια κρύπτη. Η αξία του ανυπολόγιστη. Τον αγόρασε από τα χέρια των ντόπιων ευρετών του κάποιος Μόργκαν. Το περισσότερο μέρος του βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης και το υπόλοιπο μοιράστηκε μεταξύ του Βρεταννικού και του Κυπριακού Μουσείου, μέσα στα εκθέματα του οποίου εθαύμασα δύο ασημένια πιάτα έξοχης βυζαντινής τέχνης με παραστάσεις των γάμων του Δαβίδ.

Σαν γίνουν μεγάλες βροχές και κατεβάσει ρέμα η «ποταμιά» της Λαπήθου, βγαίνουν στο φανερό ξεπλυμμένοι από τη λάσπη ωραίοι δακτυλιόλιθοι. Στον κάμπο Λαπήθου και Λαμπούσης έγιναν ανασκαφές από τη Σουηδική αρχαιολογική Αποστολή το 1918-1920. Επί κεφαλής ήταν ο τότε διάδοχος του Σουηδικού θρόνου και κατόπι Βασιληάς Γουσταύος, που πέθανε τελευταία. (…)”

Η Λάπηθος στις αρχές της δεκαετίας του 1970

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s