Της Κλαίρης Ν. Αγγελίδου (1932-2021)

Στη μνήμη της Κλαίρης Αγγελίδου που έφυγε ανήμερα της Πρωταπριλιάς του 2021 δημοσιεύω αποσπάσματα από την ομιλία μου στη βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου της «Κωδικός: Αταλάντη», στη Λευκωσία, στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

«Δεν θα σας κουράσω με λεπτομέρειες από το βιογραφικό και την πλούσια λογοτεχνική εργογραφία της κυρίας Αγγελίδου, ούτε θα σταθώ στη διαρκή και συνεχιζόμενη τεράστια προσφορά της στα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα του τόπου, με τις παρεμβάσεις της, την αρθογραφία της, την παρουσία της στις οργανώσεις των Αμμοχωστιανών, την παρουσία της στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Θα πω μόνο δυο πράγματα από αυτά που με εντυπωσιάζουν στην Κλαίρη Αγγελίδου: Η κυρία Αγγελίδου είναι μια από τις γυναίκες – αγωνίστριες της ΕΟΚΑ. Στον αγώνα του 1955-1959 υπήρξαν δεκάδες, εκατοντάδες Κύπριες που πρόσφεραν ανυπολόγιστη βοήθεια στην επιτυχία του, με απαράμιλλη αφοσίωση, σε μια πρόωρη για τον παραδοσιακό συντηρητικό κυπριακό μικρόκοσμο χειραφέτηση. Η Κλαίρη Αγγελίδου πέτυχε, όμως, και κάτι άλλο, εξίσου δύσκολο. Είναι μια από τις ελάχιστες γυναίκες που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να είναι αγωνίστρια, να έχει κερδίσει το ισότιμο δικαίωμα λόγου και άποψης σε ένα δύσκολο, ανδροκρατούμενο στίβο. Και αυτό το πέτυχε γιατί ο λόγος της είναι τεκμηριωμένος και μελετημένος και επειδή τιμά τον άτυπο και βαρύ τίτλο της αγωνίστριας που τον κέρδισε με τη συμμετοχή της στα νεανικά της χρόνια στην εποποιία του 1955-1959. Δηλαδή παραμένει τολμηρή, ορθοτομώντας και προασπίζοντας τον λόγο της και τις αλήθειές της. Θυμάμαι τη στάση της, την αξιοπρέπεια και το σπάνιο της ήθος απέναντι σε όσα πέρασε πριν από τέσσερα περίπου χρόνια, στις παραμονές των Προεδρικών εκλογών του 2008 όταν κάποιοι νόμισαν ότι μπορούσαν να την τρομοκρατήσουν σε τιμωρία για τις πολιτικές και εθνικές προσωπικές της επιλογές. Τα καταθέτω αυτά, χωρίς καμιά διάθεση ανάξεσης πληγών, με απέραντο σεβασμό.

Το βιβλίο της Κλαίρης Αγγελίδου, δεν είναι ένα κλασικό παραδοσιακό βιβλίο Απομνημονευμάτων. Είναι βέβαια η καταγραφή των αναμνήσεών της από τον αγώνα του 1955-1959, και όχι μόνο, με λογοτεχνικό ύφος, χωρίς να μιλούμε για μυθιστορηματική κατασκευή, αφού μιλά για πραγματικά γεγονότα απλώς αντικαθιστώντας τα πραγματικά ονόματα και αποφεύγοντας τις χρονολογίες. Το κυριότερο, η συγγραφέας επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία της επιλέγοντας να μιλήσει σε τρίτο πρόσωπο, για την Αταλάντη, η οποία αντικαθιστά την Κλαίρη Ξενίδου – Αγγελίδου, όπως ο συμπρωταγωνιστής, συνοδοιπόρος, άντρας και συναγωνιστής της Αταλάντης στην ΕΟΚΑ, Λευτέρης, είναι ο σύζυγός της, αείμνηστος Νίκος Αγγελίδης. «Αταλάντη», για τους μυημένους, ήταν το ψευδώνυμο της Κλαίρης Αγγελίδου στο αγώνα της ΕΟΚΑ. Αντίθετα, το Λευτέρης, επιλέχθηκε μάλλον γιατί συμβολίζει εκείνην για την «οποία ο Σολωμός έγραψε το καλύτερο ποίημά του», για να θυμηθούμε και τον Ευαγόρα Παλληκαρίδη.

Δεν είμαι βέβαιος γιατί η Αγγελίδου, πεπειραμένη και σημαντική λογοτέχνις, με την πρώτη της ποιητική συλλογή να έχει εκδοθεί από το 1967, επιλέγει σε αυτό το βιβλίο της την τριτοπρόσωπη αφήγηση. Να υποθέσουμε, βάσιμα, ότι για λόγους σεμνότητας και προσωπικού της ύφους, αποφεύγει να μιλά για τον εαυτό της σε πρώτο πρόσωπο προσθέτοντας συνεχώς τη λέξη εγώ; Είναι μόνο αυτό; Μήπως οι προσωπικές στιγμές ενός μεγάλου έρωτα και μιας βαθύτατης αγάπης, της Αταλάντης με τον Λευτέρη, ήταν πιο εύκολο να αποδοθούν με την αφηγήτρια Αγγελίδου να περιγράφει τη ζωή της σε τρίτο πρόσωπο; Ακόμη και έτσι, πάντως, η άφατη οδύνη και ο πόνος για την απώλεια της Αμμοχώστου, της Γιαλούσας, του συντρόφου της ζωής και των συντρόφων και των ιδανικών του αγώνα του 1955-1959 αποδίδονται στην αφήγηση από την Αγγελίδου με συγκλονιστικό και δυνατό τρόπο, που συνταράζει τον αναγνώστη. Επιπλέον, η Κλαίρη Αγγελίδου μιλώντας για την Αταλάντη έχει την άνεση να μιλήσει για περισσότερα κεφάλαια της ζωής της, διώχνοντας κάθε σκοτάδι, με απόλυτη ειλικρίνεια που εκπλήσσει, για τα παιδικά της όνειρα, τις φοβίες, τους εφιάλτες της, σαν μια ιδιότυπη αυτοψυχανάλυση. Ή σαν ένα παραμύθι για παιδιά ή της γιαγιάς για τα εγγόνια: Γράφει στον επίλογο: «Εδώ τελειώνει η ιστορία της Αταλάντης. Μια αληθινή ιστορία, όπως την έζησε στα χρόνια της ζωής της, τα πιο όμορφα, τότε που ένιωσε μέσα της ότι είχε χρέος.»

Η αυτοβιογραφική μαρτυρία της Αγγελίδου για τη ζωή της Αταλάντης ξεκινά με τη φράση «Η θάλασσα ήταν η ζωή της» και τελειώνει, μετά από είκοσι κεφάλαια, διατυπώνοντας το πιστεύω και τις ελπίδες για το τέλος της διαδρομής: «Εξακολουθεί να πιστεύει ότι ο δρόμος που ξεκίνησε με τον Λευτέρη κάποτε, θα τελειώσει εκεί, στη θαλασσοφίλητη πόλη, εκεί στη θάλασσα, στην αμμουδιά με τους αλίανθους…» Η Αταλάντη λοιπόν, είναι άνθρωπος του θαλασσινού νερού, όπως η θάλασσα ήταν το βασικό στοιχείο της ζωής κάθε Αμμοχωστιανού, αλλά κυριαρχεί και στο ποιητικό έργο της Κλαίρης Αγγελίδου. Θυμίζω τους τίτλους τριών ποιητικών της συλλογών: «Πότνια αλς», «Αλίανθος» και «Σαλαμίνιες αύρες».

Το βιβλίο «Κωδικός: Αταλάντη», με τον υπότιτλο «Μια γυναίκα στην αντίσταση» εκδόθηκε πριν από μερικές μέρες (2011) από τις εκδόσεις Διόπτρα, στην Αθήνα και έχει έκταση 160 σελίδες. Η αφήγηση είναι διαρθρωμένη σε είκοσι κεφάλαια, με τους τίτλους τους και ως επίμετρο ακολουθεί ένα κεφάλαιο με τον τίτλο «Γρηγόρης Αυξεντίου». Τα κείμενα διανθίζουν δεκάδες μικρές παλιές φωτογραφίες από την Αμμόχωστο, τη Γιαλούσα, το σπίτι στη Γαλάτα, από συναγωνιστές του 1955, που αυξάνουν και υπογραμμίζουν τη διάχυτη νοσταλγία του κειμένου.

Όπως αναφέραμε, η αφήγηση ξεκινά με τα παιδικά χρόνια της Αταλάντης / Αγγελίδου κοντά, στη θάλασσα, με την κυρίαρχη παρουσία της Μάνας – Παναγιάς, μιας προστατευτικής γυναίκας, που πότιζε τα γιασεμιά και τις τριανταφυλλιές, μιας μάνας – χρυσοχέρας. Η μάνα της Αταλάντης και ο Λευτέρης είναι τα κυρίαρχα πρόσωπα της αφήγησης, και επανέρχονται συνεχώς μαζί με την αγάπη για τη θάλασσα, την Αμμόχωστο, την ελευθερία, την Ελλάδα.

Από τα παιδικά χρόνια, και αφού γνωρίζουμε με μια αφηγηματική παρέκβαση ότι έχει ήδη εμφανιστεί στη ζωή της Αταλάντης «το όμορφο παληκάρι με τα πρασινογάλανα μάτια» σημειώνω το περιστατικό με την ξαφνική νεροποντή και την πλημμύρα στην Αμμόχωστο όπου κινδύνευσε όλη η οικογένεια της ηρωίδας να πνιγεί, και τη ζωή στο Κοιλάνι, το χωριό του παππού, στους πρόποδες του Αφάμη, όπου μαθαίνουμε για μιαν άλλη ιστορία αγάπης του πατέρα και της μητέρας της Αταλάντης. Αφηγητής εδώ ο παππούς, με την πτυχωτή μαύρη βράκα και το ολοκέντητο ζιμπούνι, που τα βράδια καθόταν στην εξώπορτα με το ναργιλέ του, απολαμβάνοντας τη συντροφιά της οικογένειάς του, με την Αταλάντη να απολαμβάνει τις ιστορίες του.

Ακολουθεί στο σύντομο κεφάλαιο «Ξεσηκωμός» η περιγραφή του κλίματος της προεπαναστατικής Κύπρου, στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και της κλίσης της νεαρής Αταλάντης για το θέατρο, αλλά και τις μητρικές αντιρρήσεις και τα εμπόδια για να μην γίνει «θεατρίνα», που δεν θεωρούνταν «καλό επάγγελμα». Τελικώς, η Αταλάντη, άριστη μαθήτρια, πηγαίνει να σπουδάσει φιλόλογος, έχοντας φορτώσει τις λιγοστές αποσκευές της και τα πολλά της όνειρα στο ατμόπλοιο «Φίλιππος Γριμάνι», που έκανε τη γραμμή Λεμεσός – Πειραιάς. Στην Αθήνα, στην πρώτη μέρα παρακολούθησης των μαθημάτων της Φιλοσοφικής, στο χαώδες αμφιθέατρο της οδού Σόλωνος, την πλησίασε ο Λευτέρης, της έδωσε γνωριμία, την θυμόταν από την πολυήμερη εκδρομή των σχολείων τους στην Ελλάδα τους προηγούμενους μήνες. Αγαπημένος καθηγητής της Αταλάντης και του Λευτέρη ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, ο σοφός καθηγητής της Φιλοσοφίας και ο αγαπημένος της ποιητής ο Δροσίνης. Τους επηρέασαν, όμως, και άλλοι: ο Ζακυθηνός, ο Ζώρας, ο Ιωάννης Κακριδής που όταν τον ρώτησε η Αταλάντη πού να δώσει περισσότερη προσοχή και τι να διαβάζει περισσότερο της απάντησε: «Να διαβάζεις Όμηρο, Όμηρο, και πάλιν Όμηρο».

Το νεαρό ζευγάρι απολάμβανε τη ανέμελη φοιτητική ζωή και τους περιπάτους, ανακαλύπτοντας την Αθήνα, έχοντας παράλληλα και τη σκέψη στην Κύπρο. Σε μια αφηγηματική παρέκβαση, στις συναντήσεις στους κατανυχτικούς εσπερινούς στην Ομορφοκλησσιά, όπου συναντούσαν και τον Φώτη Κόντογλου να αγιογραφεί τον Παντοκράτορα, η Αταλάντη θυμάται τον Άη Γιώργη τον Εξορινό, στην παλιά πόλη της Αμμοχώστου, το εκκλησάκι της Αγίας Αικατερίνης, την οποία παρακάλεσε να προσέχει το σπίτι της όταν έφευγαν κυνηγημένοι από τα τουρκικά στρατεύματα, στις 14 Αυγούστου του 1974, την εκκλησία της Αγίας Ζώνης. Τους ιερείς της γενέτειράς της  πόλης, αυτούς που έμειναν πίσω στα κοιμητήρια, το Πάσχα στην Αμμόχωστο, την ιστορία από μια παλιά Βαρωσιώτισσα για το περιστατικό με την έκρηξη στην πασχαλινή πυρά τις ημέρες του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897.

Το κύριο μέρος της αφήγησης είναι αφιερωμένο σε αυτά που έζησε η Αταλάντη και ο Λευτέρης στα χρόνια του αγώνα. Στον μυστικό τους γάμο στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 1955, με κουμπάρο τον καθηγητή τους Θεοδωρακόπουλο, και παρόντες όλα τα μέλη της φοιτητικής ομάδας που την Πρωτομαγιά του 1955 το πρώτο της τμήμα κατέβηκε στην Κύπρο για να ενισχύσει την ΕΟΚΑ: Ήταν ο Νίκος Αγγελίδης, ο Ρένος Κυριακίδης, ο Ανδρέας Λαμπριανίδης, ο Κύπρος Παπαδόπουλος, ο Φώτης Παπαφώτης, ο Θάσος Σοφοκλέους, ο Πέτρος Στυλιανού, όλοι τους παλιά μέλη της ΚΑΡΗ. Ο γάμος της Αταλάντης και του Λευτέρη ήταν ο πρώτος μυστικός γάμος της ΕΟΚΑ. Θα ακολουθούσε ο επόμενος, του Γρηγόρη Αυξεντίου, στις ακρογιαλιές του Καραβά, στην Αχειροποιήτου.

Η Αταλάντη αφηγείται με συγκίνηση τους μήνες που πέρασε στην Κακοπετριά και στη Γαλάτα, τη γνωριμία και την τιμή να φιλοξενούν τον αρχηγό της ΕΟΚΑ στο σπίτι τους, την αποστολή που της ανατέθηκε για να μεταφέρει μήνυμα στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, τις συναντήσεις και τις αναμνήσεις της από τους συντρόφους της που σκοτώθηκαν πολεμώντας ή εκτελέστηκαν, την επιστροφή με εντολή του Γρίβα – Διγενή στην Αθήνα για να πάρουν το πτυχίο τους, κι η Αταλάντη και ο Λευτέρης, τον ερχομό του πρώτου τους παιδιού, την ευλογία και τις δυσκολίες της μητρότητας για μια νεαρή φοιτήτρια στην Αθήνα τη δεκαετία του 1950. Ακολούθησε η οριστική επιστροφή στην Κύπρο και μια νέα μετακόμιση στη Γιαλούσα, όπου γνώρισαν και τις νέες μορφές αγώνα, την Παθητική Αντίσταση και τα διοικητικά δικαστήρια.

Η ιστορία της Αταλάντης είναι η ιστορία μιας αγωνίστριας και μιας γενιάς που αγωνίστηκε στην πιο μεγάλη σελίδα της νεότερης κυπριακής ιστορίας και συνεχίζει να αγωνίζεται. Γιατί θεώρησε, όπως γράφει η Κλαίρη Αγγελίδου, “χρέος μεγάλο στην πατρίδα της, να πολεμήσει για τη Λευτεριά της, για να φυτρώσουν τα σπαρτά και να λικνίζονται στο φύσημα του αγέρα λεύτερα, οι ψαράδες να οργώνουν με τις ψαρόβαρκες τη γαλανή θάλασσα και τα δίχτυά τους να είναι γεμάτα με σπαρταριστά ψάρια, μόχθος ζωής, που τραγουδούν ανέμελα, χωρίς φόβο. Χρέος να μεγαλώσει παιδιά κι εγγόνια με χαμόγελο πλατύ, όπως πλατιά είναι και η θάλασσά της. Η θάλασσα της Αμμόχωστος”…»

Ώρα σου καλή, κυρία Αγγελίδου…

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s