Αθλητικές ιστορίες: Ο Κόμπι Μπράιαντ και το ελληνικό ποδόσφαιρο

Η παγκόσμια συγκίνηση που προκάλεσε το τραγικό τέλος ενός κορυφαίου καλαθοσφαιριστή της εποχής μας, του Κόμπι Μπράιαντ, επιβεβαιώνει την τεράστια επίδραση των μεγάλων αθλητών στην ανθρώπινη κοινωνία. Δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι, σε κάθε γωνιά της γης, έκλαψαν για τον θάνατο ενός μπασκετμπολίστα που αποτελούσε υπόδειγμα αγωνιστικότητας, αφοσίωσης στην ομάδα του (είκοσι χρόνια στους Λέικερς), και είχε πετύχει ατομικές και ομαδικές διακρίσεις. Πρότυπο ζωής για εκατοντάδες χιλιάδες νέους και νέες, που είτε αθλούνται και ονειρεύονται να γίνουν πρωταθλητές, ή είναι απλοί φίλαθλοι και τον είδαν να αγωνίζεται, να καρφώνει, να πετυχαίνει 60 ή 80 πόντους σε έναν αγώνα, να επανέρχεται μετά από επώδυνους τραυματισμούς, να μεταδίδει τη φλόγα για τη νίκη.

Προφανώς οι κορυφαίοι αστέρες του σύγχρονου αθλητισμού δεν είναι άγιοι, ούτε αμείβονται με ένα στεφάνι ελιάς όπως θα ήθελαν οι ρομαντικοί οπαδοί της αναβίωσης του αρχαίου ολυμπιακού πνεύματος. Όμως τα εκατομμύρια θαυμαστών του Μπράιαντ ή του Τζόρνταν ή του Αντετοκούμπο, δεν τους αγαπούν για τα τεράστια ποσά που κέρδισαν ή κερδίζουν από τον αθλητισμό. Τους λάτρεψαν για τη συγκίνηση και τις χαρές που χαρίζει ο αθλητισμός, έστω και ως κομμάτι ενός φανταχτερού παγκόσμιου πανηγυριού, με τζίρο δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια, από τηλεοπτικά δικαιώματα, διαφημίσεις και υπέρογκα συμβόλαια. Για την εικόνα του μοναχικού αθλητή που προπονείται συνεχώς, πασχίζει, αγωνίζεται, πέφτει και ξανασηκώνεται. Που ξοδεύει μέρες ιδρώτα και μόχθου κυνηγώντας το «γρηγορότερα, ψηλότερα, δυνατότερα». Που μεταδίδει το πνεύμα του νικητή, το Mamba Mentality του Κόμπι Μπράιαντ.

Λίγες ώρες μετά την πτώση του ελικοπτέρου του διάσημου Αμερικανού καλαθοσφαιριστή, η Ελλάδα συγκλονίστηκε από τη σοβαρότερη μέχρι σήμερα εσωτερική κρίση που καλείται να διαχειριστεί η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ένα αθλητικό δικαστήριο πρότεινε τον υποβιβασμό δυο ομάδων (του περσινού πρωταθλητή ΠΑΟΚ και της Ξάνθης), κρίνοντας ότι υπάρχει πολυϊδιοκτησία, ξεσηκώνοντας πρωτοφανή θύελλα πολιτικών αντιδράσεων στη Μακεδονία και στην υπόλοιπη χώρα. Είναι τραγική ειρωνεία και εξευτελισμός για την Ελλάδα, που επιχειρεί να επιστρέψει στην κανονικότητα μετά από μια πολύχρονη οικονομική κρίση και αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα στην εξωτερική της πολιτική, που αυτή τη φορά φτάνουν μέχρι τη Λιβύη, να ακούει τους εκπροσώπους της ομάδας που θεωρούν ότι αδικήθηκαν, να μιλούν ότι «απειλείται η συνοχή της χώρας από αυτή την απόφαση»!!! Και είναι εξίσου τραγικό μετά από τις σπασμωδικές κυβερνητικές ενέργειες που επιχείρησαν να συμμαζέψουν το ζήτημα, οι εκπρόσωποι μιας άλλης ομάδας (Ολυμπιακός Πειραιώς) που έχει «έννομο συμφέρον» και επιδιώκει να ισχύσει η ποινή υποβιβασμού, να απειλούν για αντίστοιχες αντιδράσεις, «αν δεν επιβληθεί ο νόμος». Ένα μικρό δείγμα των προχτεσινών πρωτοσέλιδων των αθλητικών εφημερίδων από τα περίπτερα της ελληνικής επικράτειας είναι αρκετό για να αντιληφθεί κανείς τη «σχιζοφρένεια», για να θυμηθούμε και ένα ποδοσφαιρικό οπαδικό σύνθημα: «Πραξικόπημα», «Τσίρκο Μαξίμου», «Γελάει ο κόσμος», «Μπάχαλο», κ.ο.κ.

Όλα αυτά επιβεβαιώνουν ότι το μείζον πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι η οικονομική κρίση, αλλά η βαθύτατη κρίση των θεσμών. Έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια από το Φθινόπωρο του 1981, όταν ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης σε μια εκδήλωση ακραίας πολιτικής αφέλειας, λίγες βδομάδες πριν από τις εκλογές του Οκτωβρίου του 1981, σε μια προεκλογική του ομιλία στην Κατερίνη, απάντησε στους οπαδούς του Ηρακλή Θεσσαλονίκης που διαμαρτύρονταν για τον υποβιβασμό της ομάδας τους, για περίπου ανάλογους λόγους, ότι δεν παρενέβαινε στην αθλητική δικαιοσύνη και, εξάλλου, «αυτός ήταν Παναθηναϊκός»…

Η καθιέρωση του επαγγελματικού ποδοσφαίρου, την ίδια περίοδο (1979), έφερε στο ελληνικό ποδόσφαιρο μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και το ενδιαφέρον επιχειρηματιών που «επενδύοντας» σε μια μεγάλη ομάδα απολάμβαναν τεράστια λαϊκή υποστήριξη και απεριόριστες προσβάσεις στην πολιτική εξουσία. Η συνήθης ανομία που επιτρέπει τα φαινόμενα διαφθοράς (…“Paraga Mentality”) και η αδυναμία θεσμικού κρατικού παρεμβατισμού σε μια χώρα που δονείται από τον λαϊκισμό, και παρά το κραυγαλέο παράδειγμα προς αποφυγήν της περίπτωσης Κοσκωτά, οδήγησε στα τελευταία χρόνια το ελληνικό ποδόσφαιρο στον πάτο. Πλέον, οι ιδιοκτήτες των ομάδων που πρωταγωνιστούν σε αυτό το ποδόσφαιρο είναι, ουσιαστικά, ολιγάρχες, συνεργούσης της εγκληματικής πολιτικής αβελτηρίας: ελέγχουν εφημερίδες και τηλεοπτικούς σταθμούς, ανεβάζουν και κατεβάζουν βουλευτές και δημάρχους, ασκούν αφόρητη πίεση και επηρεάζουν εκλογικά αποτελέσματα. Ένας σύγχρονος κόπρος του Αυγεία ή μια νέα Γκόθαμ Σίτυ; Ηρακλής ή Μπάτμαν, πάντως, δεν προβλέπονται στο σενάριο…

ΥΓ. Το κείμενο αφιερώνεται στη μνήμη του Ουράνιου Ιωαννίδη που πέθανε προχθές και κηδεύτηκε σήμερα στη Λευκωσία. Ανάμεσα στα άλλα, ήταν και μέγας φίλαθλος. Έδωσε την τελευταία του μάχη με το ίδιο πνεύμα που είχε όταν προσπαθούσε να κρατήσει όρθια την Ολυμπιάδα Νεαπόλεως…

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Ο Φιλελεύθερος», την 1η Φεβρουαρίου 2020

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s