Στέλλα Σπύρου: Ένας Κερυνειώτης Άγγελος (1942-2018)

Κηδεύεται σήμερα το απόγευμα ( 22 Μαΐου 2018) στον Στρόβολο η Κερυνειώτισα Στέλλα Σπύρου. Τα τελευταία χρόνια είχε αφοσιωθεί στην έρευνα και είχε προσθέσει στην κερυνειώτικη βιβλιογραφία τα παρακάτω βιβλία της:

Η μικρά ημών πόλις Κερύνεια. Ερανίσματα περί Κερυνείας εξ εφημερίδων παλαιών 1879-1912, Λευκωσία: Επιφανίου 2005.

Στην Κερύνεια επί πτερύγων αγγέλου, Λευκωσία 2005.

Αενάως ιστορώ, Λευκωσία 2008.

Ένα, Δύο,  Τρία για μικρούς. Το ένα και για μεγάλους, Λευκωσία 2009.

Επί του κλειδοκυμβάλου. Αναζήτηση των πρώτων μουσικοδιδασκάλων κλειδοκυμβάλου 1845-1927, Λευκωσία: Πολιτιστικές Υπηρεσίες 2009.

Φως Παιδείας. Ελληνικόν Γυμνάσιον Κυρηνείας. Σύλλογος Αποφοίτων (ΣΑΓΚ), Λευκωσία: Εν Τύποις, 2012.

Εν Κυρηνεία 1897-1974. Ηυλογήθησαν τα μνήστρα καλλίστου νέου μετά σεμνοπρεπούς χαριεστάτης δεσποσύνης, Λευκωσία 2016.

Η Στέλλα ήταν ένας σπάνιος και σεμνός άνθρωπος, μια αφοσιωμένη ερευνήτρια, μια παθιασμένη Κερυνειώτισσα, μια συνειδητοποιημένη Ελληνίδα. Δυστυχώς έφυγε και αυτή, μακριά από την αγαπημένη πόλη.

Αντί αποχαιρετισμού σε μια αγαπημένη φίλη, παραθέτω δυο κείμενα. Το πρώτο είναι δικό μου, και είναι το δεύτερο άρθρο μου στον «Φιλελεύθερο» όταν τον Φεβρουάριο του 2006 ξεκίνησα την εβδομαδιαία μου στήλη στην εφημερίδα. Είναι μια μικρή παρουσίαση του βιβλίου της «Στην Κερύνεια επί πτερύγων αγγέλου»

«Κερυνειώτης άγγελος»

(Ο Φιλελεύθερος, 25 Φεβρουαρίου 2006)

Κυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο της Στέλλας Σπύρου με τίτλο «Στην Κερύνεια επί πτερύγων αγγέλου». Ένα συναρπαστικό ταξίδι με περιγραφές αγαπημένων τόπων, του λιμανιού, του Κάστρου, του Φάρου, του Αρχάγγελου, της Μητρόπολης, των ξενοδοχείων, κήπων και περβολιών, των σχολικών τάξεων και της Δανειστικής Βιβλιοθήκης του Γυμνασίου Κυρηνείας. Μαζί τους κιτρινισμένες φωτογραφίες και αναμνήσεις προγόνων, οικείων και συγγενών, νυφικές εικόνες, μαθητές και μαθήτριες σε ανέμελες στιγμές, παρελάσεις με παραδοσιακές ενδυμασίες και εωθινά με τη γαλανόλευκη, θεατρικές παραστάσεις, πατρογονικές συνήθειες και έθιμα. Από κοντά μορφές απλών ανθρώπων και εμβληματικές προσωπικότητες της πόλης. Ήχοι ψαλτών και ιερέων σε δοξολογίες, χαμηλόφωνες λειτουργίες και παρακλητικούς κανόνες, μαθήματα δασκάλων και καθηγητών, παιδικά τραγούδια, οι δοξαριές – μοιρολόγια του τοπικού βιολάρη στον εγκλωβισμό, τα παραμύθια, τα αινίγματα και το αδράχτι της γιαγιάς, φιλικές κραυγές ζώων, το αγκομαχητό από τα βότσαλα στην Τσακκιλερή. Μυρωδιές από τις κουζίνες των Κερυνειώτισσων και του πατέρα της συγγραφέως, ευωδίες από αγριολούλουδα και φύκια. Γεύσεις από συνταγές γλυκών, μηλόπιτα σε λαδόχαρτο και παγωτό βανίλια, φρέσκια λεμονάδα και αρμύρα της θάλασσας. Κατάλογοι – προσκλητήρια ονομάτων καθηγητών στο Γυμνάσιο και στη Σχολή της Νιόβης, συμμαθητών και συμμαθητριών, ανθρώπων της οδού Σόλωνος. Ένα παρουσιολόγιο μνήμης και μια εγκυκλοπαίδεια αγάπης για την Κερύνεια.

Δεμένη στην αφήγηση και η ιστορία. Της οικογένειας της συγγραφέως. Του εμπορίου και της ναυτιλίας της πόλης, των καραβοκύρηδων και των βαρκάρηδων. Των Οκτωβριανών με τους πολλούς Κερυνειώτες πρωταγωνιστές. Του αγώνα της ΕΟΚΑ, όπως τον έζησαν στην Κερύνεια τα κορίτσια του 1955-1959. Της ανέλκυσης του καραβιού της Κερύνειας. Της δραματικής πολύμηνης αιχμαλωσίας στο Ντόουμ και στο Μπέλαπαϊς. Της λειτουργίας του εγκλωβισμένου σχολείου, με σαράντα μαθητές στο Δημοτικό και σαράντα στο Γυμνάσιο. Είναι αυτά που πήρε η Στέλλα Σπύρου μαζί της, όταν μεταφέρθηκε από την Κερύνεια στο Μπέλαπαϊς, τον Οκτώβριο του 1975: «Σε πλαστικά σακκούλια τα υπάρχοντά μας, λίγα ρούχα, δυο τρία βιβλία, άλμπουμ με φωτογραφίες, και ένα κάδρο θησαυρός. Η ζωγραφιά του σπιτιού μας με τον ανθισμένο κήπο του, η αμυγδαλιά, τα κρινάκια, τα κυκλάμινα, στο βάθος το βουνό, και τη Μητρόπολη να τυλίγουν κύματα μυρωδιών.»

Όπως γράφει η Στέλλα Σπύρου, «εμείς οι Κερυνειώτες είμαστε λίγοι και αμέτρητοι». Έχω την αίσθηση ότι με αυτό το βιβλίο οι Κερυνειώτες γίνονται περισσότεροι.

 

Το δεύτερο κείμενο της το ζήτησα και το έγραψε και δημοσιεύθηκε στο δίτομο έργο που επιμελήθηκα με τίτλο 1974. Μάρτυρες και Μαρτυρίες. Πραξικόπημα και τουρκική εισβολή. Πεσόντες, Αγνοούμενοι και Θύματα. Αιχμαλωσία – Προσφυγιά – Εγκλωβισμός, Λευκωσία: Φιλελεύθερος 2011. Η Στέλλα Σπύρου περιγράφει συνοπτικά εμπειρίες από όσα έζησε στην Κερύνεια το καλοκαίρι του 1974

 

Μέρες σαν χρόνια, στιγμές σαν αιώνες

Ακούονται σιδερικά να τρίζουν στην οδό μας, Ελλάδος 98. Τανκς παλιά αγκομαχούν καθώς την διασχίζουν, Δευτέρα 15 Ιουλίου 1974. Το νέο κυκλοφορεί, έγινε πραξικόπημα, ο Μακάριος είναι νεκρός…

Οι φωνές σβήνουν, ένα χέρι έκλεισε έξω την πνοή από τα σπίτια και τα καταστήματα.

Ύστερα, η θάλασσα φέρνει μιαν άλλη τραμουντάνα. Απειλητικές σκιές πλοίων εχθρικών βομβαρδίζουν τη στεριά και την ψυχή μας ακόμη, πάει τόσος καιρός.

Σάββατο, 20 Ιουλίου 1974.

Αεροπλάνα βογγούν στον ουρανό που έχει τώρα το κίτρινο χρώμα του θανάτου. Ελικόπτερα κουβαλούν Τούρκους αλεξιπτωτιστές, ακούω τον πόλεμο στον Άγιο Ιλαρίωνα. Ανεμοσκορπίζονται οι άνθρωποι της Κερύνειας.

Από το Σάββατο η πομπή των αυτοκινήτων, των λεωφορείων, τη νύκτα με τα φώτα σβησμένα τραβούν προς ανατολάς, αθόρυβα, στη ζωή, στον θάνατο δεν ξέρω.

Συγγενείς και φίλοι με ραγισμένη φωνή, μας καλούν να φύγουμε, πού να πάμε, γιατί; Περιμένουμε τον πατέρα μου, έρχεται από το Dome, έφυγαν όλοι σχεδόν, χωρίς να του πει κανείς τί γίνεται…

Στο σπίτι μας, ο πατέρας, η μητέρα, τα παιδιά μου Φοίβος και Γλαύκος, το σκυλάκι. Νοιώθω την παγωνιά της πόλης – Ιούλιο μήνα – την ερήμωση.

Μέρες σαν χρόνια, στιγμές σαν αιώνες.

Δευτέρα, το τηλέφωνο κτυπά συνεχώς. Συγγενείς και άγνωστοι ρωτούν να μάθουν τι συμβαίνει, πού να ξέρουμε, ποιος να μας πει.

Ένα τηλεφώνημα από τον Τάκη Κάιζερ, είναι στο Γυμνάσιο, στην Πολιτική Άμυνα, συγκεντρώνουν τρόφιμα για τα φυλάκια. Τρέχω, είναι εκεί ο Γ. Παντέχης, ο Γ. Παπαηρακλέους, ο Ν. Καρεφυλλίδης, η Λ. Χρήστου. Στο υπόγειο βουνό τα τρόφιμα, τα συσκευάζουμε για τα φυλάκια, ένας στρατιώτης ρωτά κατά πού πέφτει το Μπέλλαπαϊς. Τη νύκτα καθόμαστε κάτω από τα θρανία, στον Άγιο Ιλαρίωνα οι φωτιές μαίνονται. Χαράματα της άλλης μέρας τρέχω διά μέσου των περβολιών της Μητρόπολης. Παρά τρίχα γλυτώνω από την τουρκική περίπολο, όπως μου είπε ο Τ. Κάιζερ, όταν τηλεφώνησα, πως έφτασα καλά.

Έξω άρχισαν οι λεηλασίες, τους βλέπουμε μέσα από τα κλειστά παράθυρα.

Στο σπίτι, νοιώθω πως κρατώ την κλεψύδρα της ζωής των πιο δικών μου ανθρώπων. Το νερό λιγοστό, χωρίς ηλεκτρισμό, τα τρόφιμα λιώνουν, τα παιδιά γελούν, σαν ενθάρρυνση μοιάζει. Η μητέρα έσφαξε δυο περιστέρια, φαγητό για τα παιδιά. Αναζητώ τρόφιμα στο σπίτι της νονάς μου και στης Μαρούλας Καλλή. Μια κονσέρβα είναι το τρόπαιο!

Τις νύκτες ξαγρυπνώ, όλη αυτιά, ν’ ακούω κάθε υπόγειο ήχο.

Χαράματα 26 Ιουλίου, σπάζουν τα τζάμια της εξώπορτας, ιδρώνω και παγώνω την ίδια στιγμή. Έρχονται, θα μπουν στο σπίτι οι Τούρκοι.

Ξαφνικά, βλέπω γαλάζια κορδέλα στο χέρι κάποιου, προσπαθεί  ν’ ανοίξει την πόρτα, τρέχω. Περνούσαν τυχαία, κάποιος τους έστειλε ίσως…

Στρατιώτες των Ηνωμένων Εθνών μας παίρνουν με το τζιπ στο Dome. Ο πατέρας επί το έργον, στην κουζίνα του.  Όλοι μας ρωτούν πού είμαστε τόσες μέρες. Πλήθος οι έγκλειστοι, μια πολιτεία οργανωμένη. Γιατρός ο Ξάνθος Χαραλαμπίδης, φαρμακοποιός ο Σταύρος Κυριακίδης, υπεύθυνοι του προσωπικού ο Κ. Ζαμπαρλούκος, ο Γ. Παντελίδης, στη γραμματεία ο Ν. Νικολαϊδης. Για τη σωτηρία και την περισυλλογή όσων είχαν χαθεί  ο Ν. Καρεφυλλίδης. Δάσκαλοι οι Ευστάθιος Ευσταθιάδης, Σωτήρης Έλληνας. Γυναίκες στην κουζίνα για τα πιάτα και την καθαριότητα. Ο Γιώργος Κιάμηλος τ’ απογεύματα παίζει βιολί,  μόνο αυτό έφερε από το σπίτι του.

Η  επαφή με την ελεύθερη Κύπρο μέσω μηνυμάτων  του Ερυθρού Σταυρού και από το ραδιόφωνο. Η θάλασσα παίρνει αιχμαλώτους και λάφυρα στην Τουρκία.

Τούρκοι τώρα οι φρουροί μας στην είσοδο του ξενοδοχείου, έφυγαν οι Οηέδες και ο Ερυθρός Σταυρός. Μια μέρα περπατητοί υπό αυστηρή φρούρηση στην εκκλησία Μιχαήλ  Αρχαγγέλου, Θεία Κοινωνία χωρίς Αίμα και Σώμα του Χριστού, χωρίς ιερέα και κατάνυξη. Η πόλη μας έχει  φωνές ξένες, χρώματα βάρβαρα, δεν μου μιλά.  

Στο σπίτι μας το σπαραγμένο με τον πατέρα μου, ένα πρωί, τη συνοδεία Τούρκου αστυνομικού, μας επιτρέπουν να πάρουμε λίγα ρούχα. Ο κήπος ζει, η κληματαριά φορτωμένη σταφύλια σουλτανίνη, ο κισσός με τυλίγει με την ζωή του.

Ανταλλαγή αιχμαλώτων, φοιτητών, ασθενών, ελπίδα σωτηρίας καμμιά και ύστερα… Επίσκεψη αποτρόπαια του Γλαύκου Κληρίδη και Ρ. Ντενκτάς στο ξενοδοχείο. Ρωτά ο Γ. Κληρίδης, ποιοι θέλουν να φύγουν και πυροδοτεί τη φυγή. Φεύγουν και οι δάσκαλοι.

Μαχαιριά στην καρδιά μου, πληγή που δεν κλείνει ποτέ. (Ναι ξέρω, νικηθήκαμε, είμαστε αδύνατοι, η διπλωματία, οι συνομιλίες κυρίων, τα γνωστά.)

Φεύγουν και οι δάσκαλοι. Στις 9 Αυγούστου διδάσκω τα ελάχιστα παιδάκια του Σχολείου στο Dome. Γράφουν και διαβάζουν σκυμμένα στα μικρά τραπεζάκια.

Το βλέμμα μας των 33 εγκλείστων είναι τώρα θολό, ράκη τα ενδύματα της ψυχής, και τη ελληνική μας γλώσσα στη μοναξιά. Κυκλοφορούμε σαν σκιές στο αχανές τώρα κτήριο.

Σε μήνυμα του Ερυθρού  Σταυρού γράφω, πως επιθυμώ να εργαστώ σε Γυμνάσιο αν λειτουργήσουν σχολεία στα κατεχόμενα. Παίρνω την απάντηση σε μήνυμα:

Τοποθετείσθε εις το Γυμνάσιο Μπέλλαπαϊς.

Όταν το μικρό λεωφορείο μας μετέφερε -με υπάρχοντά μας κάποια μαύρα πλαστικά σακούλια – στο Μπέλλαπαϊς, η συντριβή εκείνης της ημέρας δεν μετριέται με τίποτε.

στέλλα σπύρου. 16 Ιουνίου 2011

 

Καλόν παράδεισο, Στέλλα!

Advertisements

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s