Θανάσης Ζαφειρίου: Με την ταυτότητα του «μοναδικού επιζώντα» και του αναπήρου του 1940…

zafeiriou

Τις πρώτες ώρες της Παρασκευής, 2 Σεπτεμβρίου 2016, απεβίωσε, σε ένα δωμάτιο του 424 Στρατιωτικού Νοσοκομείου της Θεσσαλονίκης, ο Θανάσης Ζαφειρίου, έφεδρος καταδρομέας, πολυτραυματίας πολέμου, η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα Έλληνα απλού στρατιώτη του 1974. Από εξαιρετική τύχη, θαύμα, ή ένα μοναδικό συνδυασμό σπάνιων συγκυριών, ήταν ο μόνος που είχε διασωθεί, τις πρώτες ώρες της 22ας Ιουλίου 1974, από τους 32 αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και οπλίτες που επέβαιναν στο φλεγόμενο μεταγωγικό αεροσκάφος τύπου Νοράτλας, που κατέπεσε στη Μακεδονίτισσα κτυπημένο από φίλια πυρά, μέσα στο χάος εκείνων των ημερών. Ο Ζαφειρίου έφερε τραύματα, κατάγματα και εκτεταμένα εγκαύματα σε όλο του το κορμί. Όλοι οι υπόλοιποι επιβαίνοντες του αεροπλάνου, οι περισσότεροι στρατιώτες που υπηρετούσαν τη θητεία τους στην Α΄ Μοίρα Καταδρομών, σκοτώθηκαν. Κατά τραγική συγκυρία, μάθαμε μόλις πριν από λίγο καιρό ότι αρκετοί από αυτούς παρέμεναν θαμμένοι, από “φίλια χέρια”, μέσα στο κουφάρι του Νοράτλας για 42 χρόνια ύστερα από το 1974, αποτελώντας τους τραγικούς πρωτομάστορες – θεμελιωτές του Τύμβου της Μακεδονίτισσας.

Ποιος ήταν ο Θανάσης Ζαφειρίου είναι γνωστό σε όλους. Τον βλέπαμε εδώ και χρόνια να επισκέπτεται τον Τύμβο κάθε Ιούλιο στα μνημόσυνα των συμπολεμιστών του και σε συγκλονιστικές τηλεοπτικές συνεντεύξεις, με κορυφαία ίσως, μιαν από τις πρώτες, αν όχι την πρώτη του, στην ΕΡΤ2, στην εκπομπή των Γιάννη Δημαρά – Γιώργου Λιάνη – Κώστα Χαρδαβέλλα, το 1982, με ένα φοβερό του ξέσπασμα στον τηλεοπτικό φακό. Όσοι ζούσαμε στη Θεσσαλονίκη ξέραμε και το πρακτορείο Προ-Πο, που διατηρούσε στη Νεάπολη, και ακούγαμε στις εκδηλώσεις για την Κύπρο, που έδινε τακτικά το παρόν του, τη βραχνή φωνή του να μετατρέπεται σε μαστιγωτική φωνή της συνείδησής μας. Πιο εξοργιστικό, κι αυτό που ίσως τον ενοχλούσε περισσότερο και από τα δεκάδες τραύματα που του άφησε το 1974, ήταν η εξευτελιστική συμπεριφορά των υπηρεσιών του ελληνικού κράτους απέναντί του και σε όλους τους συμπολεμιστές του, που τον ονόμασαν (και του εξέδωσαν και τη σχετική ταυτότητα) «ανάπηρο πολέμου της περιόδου 1940-1949», ενώ είχε γεννηθεί το 1953…

Πριν από πέντε χρόνια το 2011, στον πρώτο τόμο του έργου 1974. Μάρτυρες και Μαρτυρίες. Πραξικόπημα και τουρκική εισβολή. Πεσόντες, Αγνοούμενοι και Θύματα. Αιχμαλωσία – Προσφυγιά – Εγκλωβισμός (έκδ. εφημ. «Ο Φιλελεύθερος»), που επιμελήθηκα, είχα εντοπίσει, στην αθηναϊκή εφημερίδα «Η Βραδυνή», της 21ης Ιουλίου 1975 την παλιότερη, πιθανότατα, δημοσιευμένη συνέντευξη του Θανάση Ζαφειρίου. Αναδημοσιεύεται και εδώ, για την πτήση από τα Χανιά, που σημάδεψε το κορμί και την ψυχή του «τελευταίου επιζώντα του Νοράτλας». Για να τον θυμόμαστε.

Ήταν απόγευμα [21 Ιουλίου 1974]. Ήμουν οδηγός σε στρατιωτικό αυτοκίνητο και έφθασα στο στρατόπεδο φορτωμένος με στρατιωτικά υλικά. Είδα τους συναδέλφους με πλήρη πολεμική εξάρτηση.

-Τι συμβαίνει; ρώτησα.

-Φεύγουμε για την Κύπρο. Άφησα το αυτοκίνητο και έτρεξα να ετοιμασθώ. Σε λίγα λεπτά βρέθηκα στην γραμμή μαζί με τους υπόλοιπους. Ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος. Μπήκαμε σε στρατιωτικά λεωφορεία και ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο των Χανίων.

Φθάσαμε στο αεροδρόμιο όταν είχε πια νυκτώσει. Εκεί μας περίμεναν έτοιμα τα αεροπλάνα για να μας πάνε στην Κύπρο. Αποστολή μας το αεροδρόμιο της Λευκωσίας που εβάλλετο από τους Τούρκους.

Στάθηκα για μια στιγμή σκεφτικός. Έστρεψα το βλέμμα μου προς τους τάφους των Βενιζέλων. Έσκυψα, χούφτωσα λίγο χώμα ελληνικό, το φίλησα και τόριξα στην τσέπη της φόρμας μου. Δεν ήξερα αν θα ξανάβλεπα την Ελλάδα.

Επιβιβαστήκαμε σιωπηλοί στα αεροπλάνα και ξεκινήσαμε. Το δικό μου αεροπλάνο απογειώθηκε τρίτο στη σειρά. Ήμασταν συνολικά 10 αεροπλάνα γεμάτα λοκατζήδες.

Ταξιδεύαμε ήδη τρεις περίπου ώρες. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας θα ήμασταν ήδη πάνω από την Κύπρο. Κοντά στον προορισμό μας. Πετάγαμε χαμηλά για να αποφύγουμε τα ραντάρ του εχθρού. Η Λευκωσία ήταν ήδη πολύ κοντά μας. Βλέπαμε τις φωτιές. Θα απείχε μόνο λίγα χιλιόμετρα και το αεροπλάνο άρχισε να κατεβαίνει ακόμη πιο χαμηλά, για να προσγεωθή. Μπροστά μας πήγαιναν τα άλλα αεροπλάνα.

Ξαφνικά μας κτύπησε το αντιαεροπορικό. Θα ήταν μεσάνυκτα.

Πρώτα νοιώσαμε ένα συγκλονιστικό τράνταγμα και το αεροπλάνο άρχισε να «παλαντζάρη». Πριν καταλάβουμε τι έγινε, άρχισαν να το τυλίγουν οι φλόγες. Κοίταξα το πάτωμα. Ήταν διάτρητο. Μας είχε πετύχει και μάλιστα καίρια. Είχα ακουμπήσει τα πόδια μου πάνω σε κάτι ξύλινα κιβώτια που περιείχαν πυρομαχικά. Τα είδα να παίρνουν φωτιά.

Εκείνη τη στιγμή ένοιωσα ότι όλα τελείωσαν… Δίπλα  μου οι περισσότεροι συνάδελφοι κτυπημένοι από βλήματα βογγούσαν. Εν τω μεταξύ η φωτιά μεγάλωνε. Η φόρμα παραλλαγής που φορούσα είχε ήδη ανάψει, πάνω από το κεφάλι μου μια εστία φωτιάς μου έκαιγε τα μαλλιά. Κτυπούσα το ένα χέρι μου με το άλλο προσπαθώντας να σβήσω τη φωτιά που με έκαιγε. Και το αεροπλάνο ήταν πια φανερό ότι είχε μείνει ακυβέρνητο. Σηκώθηκα όρθιος γιατί το κάθισμα που καθόμουν είχε πιάσει φωτιά. Ξανάπεσα όμως γιατί το αεροπλάνο πήγαινε πια σαν τρελό… Δεν ξέρω πως μου ήρθε εκείνη τη στιγμή και με όσες δυνάμεις μου έμεναν σύρθηκα μέχρι την έξοδο του αεροπλάνου. Ίσως να ήταν και κτυπημένη. Πάντως βρήκα τη δύναμι και την άνοιξα. Το επόμενο δευτερόλεπτο βρέθηκα στο κενό. 165 μέτρα πιο πέρα το αεροπλάνο καρφώθηκε στη γη με τους 31 συντρόφους μου μα εγώ δεν το είδα…

Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Όταν είδα τις σάρκες μου να καίγονται και τα πυρομαχικά που ήταν έτοιμα να ανατιναχτούν μαζί με το αεροπλάνο. Θόλωμα του μυαλού; Τύχη; Ψυχραιμία; Δεν ξέρω. Ίσως εκείνη τη στιγμή να με οδήγησε η ευχή των γονιών μου που με περίμεναν στο χωριό και με είχαν μεγάλη ανάγκη.

Δεν θυμάμαι τι έγινε ύστερα, μου είπαν μόνο ότι είχα πέσει σε κάτι χωράφια και σύμφωνα με τους υπολογισμούς από ύψος 50 μέτρων περίπου. Βογγούσα και έτσι με βρήκαν. Πάντως εγώ δεν θυμάμαι τίποτα.

Έσπασα το δεξί μου πόδι στον αστράγαλο, θλάσεις στο αριστερό, έσπασαν 6 πλευρά μου και έπαθα σοβαρά κατάγματα σ’ όλο μου το σώμα. Επιπλέον είχα εγκαύματα. Τα μαλλιά μου είχαν καεί και επιπλέον δεν έβλεπα. Πάντως ζούσα, ενώ 150 μέτρα πιο πέρα – αλλοίμονο – 31 συνάδελφοι και φίλοι μου ήταν νεκροί.

Συνήλθα ύστερα από 10 μέρες σε νοσοκομείο της Λευκωσίας. Δεν πίστευα ότι ήμουν ζωντανός πονούσα, δεν έβλεπα. Αλλά ζούσα και ανέπνεα. Σε λίγες μέρες μεταφέρθηκα στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών. Κάθισα εκεί συνεχώς μέχρι τον περασμένο Μάρτιο [1975]. Έκτοτε πηγαίνω κατά διαστήματα για να συνεχίσω τη θεραπεία μου. Είμαι ακόμη στρατιώτης…

 

Τυπικό εσωτερικό ενός μεταγωγικού «Νοράτλας»

noratlas

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s