Αθήνα – Λευκωσία 2014

Όσα ειπώθηκαν δημοσίως μεταξύ Αθηνών – Λευκωσίας τις τελευταίες ημέρες δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, καθώς τα σύννεφα στις σχέσεις των πολιτικών ηγεσιών Ελλάδας – Κύπρου ήταν ευδιάκριτα. Ο εκνευρισμός του Ευάγγελου Βενιζέλου, που συνοδεύει μονίμως τους τελευταίους μήνες την αυτοκαταστροφική εγωπάθεια ενός πάλαι ποτέ χαρισματικού και ευφυέστατου ανδρός, το γλωσσικό (;) ατόπημα του κ. Α. Μητσιάλη και η δικαιολογημένη αντίδραση της κυρίας Ελένης Θεοχάρους αποκάλυψαν, απλώς, το πρόβλημα επικοινωνίας μεταξύ Αθηνών – Λευκωσίας, που επιδεινώθηκε τα τελευταία χρόνια, με τη βαθιά κρίση της πολιτικής και των αξιών στην Ελλάδα και στην Κύπρο και την παράλληλη οικονομική χρεοκοπία των δύο κρατών.
Από τον Δεκέμβριο του 1949, όταν ο Μητροπολίτης Κιτίου Μακάριος, ο κατοπινός Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄, εξέφρασε με πρωτοφανή τόλμη και ορθολογισμό, έστω και εάν στηριζόταν στον αλυτρωτικό ιδεαλισμό, την ενηλικίωση του κυπριακού ενωτικού κινήματος απέναντι στην Αθήνα, με την ιστορική φράση «οι ελληνικές κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, ενώ η Ελλάς μένει αιωνία», έχει περάσει πολύς χρόνος και έχουν αλλάξει πολλά στο Κυπριακό.
Σήμερα στην πολιτική επικρατούν, ως επί το πλείστον, μέτριες πολιτικές προσωπικότητες, που άγονται και φέρονται από τους επικοινωνιολόγους τους, δίνουν βάρος και σημασία στη φευγαλέα πραγματικότητα της εικόνας και της επικαιρότητας, μπορούν να κερδίζουν εκλογές ή να επικρατούν στις αδυσώπητες εσωκομματικές ίντριγκες, αλλά αποδεικνύονται ανίκανοι να διαχειριστούν (ή να αντιληφθούν, καν) τα μεγάλα και κεφαλαιώδη ζητήματα της χώρας τους ή του πλανήτη. Αυτό είναι μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζει ηγεσίες και κράτη πολύ μεγαλύτερα από την Ελλάδα ή την Κύπρο, χωρίς αυτό να αποτελεί άλλοθι για τις ανεπάρκειες των δικών μας πολιτικών. Εξάλλου, μεσσίες στην πολιτική δεν υπάρχουν πια. Είναι ουτοπία να αναμένει κανείς από τη σημερινή Ελλάδα να γεννήσει έναν νέο Ελευθέριο Βενιζέλο, όταν ούτε η Αμερική γεννά Ρούσβελτ, ούτε η Γαλλία Ντε Γκολ, ούτε η Βρετανία Τσόρτσιλ.
Είτε, λοιπόν, λόγω «έλλειψης χημείας», είτε λόγω κόπωσης από την αφόρητη πίεση του μνημονίου, είτε άλλων ψυχολογικών πλεγμάτων εκατέρωθεν, οι πολιτικές ηγεσίες, ελλαδική και κυπριακή, έχουν απομακρυνθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια. Και αυτό συμβαίνει τόσο σε κυβερνητικό επίπεδο, όσο σε κομματικό, όσο και σε διπλωματικό. Για παράδειγμα, είναι κοινό μυστικό ότι πολλοί στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ενοχλήθηκαν έντονα όταν ύστερα από συμφωνία της κυπριακής κυβέρνησης υποδέχθηκαν στην οδό Ζαλοκώστα τον Τουρκοκύπριο εκπρόσωπο για τις «χιαστί συναντήσεις» των «εκπροσώπων των δύο κοινοτήτων». Εξάλλου, η «γλώσσα του σώματος» των Ν. Αναστασιάδη και Α. Σαμαρά είναι εξαιρετικά εύγλωττη όταν συναντιούνται μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες. Ακόμη και κόμματα που είχαν παραδοσιακά στενές σχέσεις με την Αθήνα, όπως ο ΔΗΣΥ και η ΕΔΕΚ, διατηρούν σήμερα ελάχιστες ουσιαστικές επαφές με τα ελλαδικά κόμματα και για αυτό δεν φταίει μόνο η μια πλευρά…
Το τι πρέπει να γίνει δεν θα το υποδείξουμε εμείς. Αντίθετα, τα όσα έγιναν αυτές τις μέρες, σαράντα χρόνια ύστερα από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή του 1974, αποτελούν ένα χρήσιμο εργαλείο για να κατανοήσουμε τις λεπτές ισορροπίες και τις σύνθετες διαστάσεις των σχέσεων Αθήνας – Λευκωσίας στη δεκαετία του 1950 και, κυρίως, στην περίοδο 1960-1967. Για όσους πραγματικά μελετούν την ιστορία.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. Ο Φιλελεύθερος, στις 12 Ιουλίου 2014

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s