Ιστορίες από την Άσσια. Της παλιάς και της νέας Τουρκοκρατίας.

Ιστορικό του χωριού Άσσια

Ιστορικό του χωριού Άσσια

Το βιβλίο Ιστορικό του χωρίου Άσσια – Μαρτυρία Γεώργιου Π. Πάκκου, που εκδόθηκε από τον Πολιτιστικό Σύνδεσμο «Η Άσσια» έχει ήδη παρουσιαστεί από το «Περί Ιστορίας». (Το βιβλίο διατίθεται στην τιμή των 15 ευρώ από τα τηλέφωνα: Για τη Λευκωσία 99-487494 και τη Λάρνακα 24-818661.) Δημοσιεύουμε σήμερα τρία αποσπάσματα από το βιβλίο όπως τα κατέγραψε η γνήσια λαϊκή γραφή του Γεώργιου Π. Πάκκου (1908-1991).

Από το κεφάλαιο «Ιστορίες της Τουρκοκρατίας»

Ο Ιωνάς που δεν δέχτηκεν να γινεί Τούρκος (σσ. 68-69)

Έναν ιστορικόν που συνέβηκεν εις την Μάνιαν: Κάποιος από τα χωριά της Κυθρέας, ονόματι Ιωνάς, ήτο αρραβωνιασμένος εις την Άσσιαν και ήλθεν με τους συγγενείς και φίλους του να κάμει τους γάμους του.

Όταν εστεφανώθην και εξεκίνησαν με την συνοδείαν διά το χωρκόν του, όταν έφθασαν μέχρι την Μάνιαν που ήτο τσιφλίκιν, τους είπαν να περιμένουν, διότι οι χανούμισσες έθελαν να δουν την νύμφην. Αλλά ήτο άλλος ο σκοπός των Τούρκων, να αρπάσουν την νύμφην.

Ο Ιωνάς αντελήφθην τον σκοπόν των και δεν εσταμάτησεν. Και οι Τούρκοι έτρεξαν ξοπίσω τους και τους έφθασαν. Η νύμφη, όταν τους αντελήφθην πως τους τρέχουν ξοπίσω, εππήδησεν κάτω από το άλογον και όρμησεν μέσα εις τα σιτάρκα που ήτο μεγάλα και την έκρυβαν, διότι ήτο ο μήνας Μάιος, εποχή του θέρους. Και έφυγεν και δεν την εβρήκαν.

Τον δε Ιωνάν τον συνέλαβαν και τον εβασάνιζαν και τον επίεζαν να γίνει Τούρκος και να του δώσουν μεγάλες περιουσίες, να γίνει Εφέντης. Αυτός τους έλεγεν:

-Δεν αφήννω το ψωμίν το σωστόν και να πάρω το κομμάτιν.

Οι Τούρκοι εξαγριώθησαν και τον εφοβέριζαν. Αυτόν καμία υπόσχεση τον έπεισεν, όσα και εάν του υπόσχοντο. Στο τέλος, όταν δεν υποχωρούσεν, τον εκάθισαν επάνω εις τον μπάλλον. Ήτο μυτερόν σίδερον και με μεγάλους πόνους απεβίωσεν ο Ιωνάς. Αυτές ήτο οι επιθυμίες των Τούρκων, οι βαρβαρότητες.

Η νύμφη με πολλές ταλαιπωρίες μέσα εις τα χωράφια τούς έφυγεν από την ατίμωσην.  Μετά παρέλευσην χρόνων, όταν εγέρασεν και την ερωτούσαν οι γυναίκες να τους διηγηθεί πώς έγινεν, επειδή ήτο αγράμματη και δεν ήξευρεν ημερομηνίαν, τους έλεγεν: «Έχει τόσους Μαΐους που έγινεν αυτόν το κακόν». Ήξευρεν να μετρά Μαΐους. Όπως έλεγαν το όνομάν της ήτο Βαρβάρα και την έλεγαν επίθετον Βαρούν.

Μέχρι της εποχής του Ηλμή Εφέντη υπέφεραν πολλά βασανιστήρια, διότι ήρπαζαν τες περιουσίες των Χριστιανών διά της βίας. Τα κτήματα που εποτίζοντο από τους ποταμούς Γιαλιάν και Πεδκιάν τα ήρπασαν διά της βίας οι Τούρκοι. Εκτός της Μάνιας που ήτο πέντε χιλιάδες σκάλες ήρπασαν και άλλα παρά των Χριστιανών, με δίχως να πληρώννουν τίποτες.

 

Η αρπαγή της χήρας εις το χωρίον Στρογγυλός. Πώς ο Γιωρκής έγινεν αναγιωτός του Κονόμου (σσ. 81-82)

Kάποτε οι Τούρκοι είχαν γάμον εις το χωρίον Στρογγυλός, διά να πάρουν νύμφην εις το χωρίον Βατυλήν. Όταν άρχιζαν τες διασκεδάσεις, και τα πλέον απάνθρωπα έκαμναν. Ήρπασαν διά της βίας μίαν γυναίκαν της οποίας ο σύζυγος ήτο πεθαμμένος και θα την έπαιρναν μαζίν των. Αυτή είχεν και δύο τέκνα, τον Δημήτρην και τον Γεώργιον.

Ο Δημήτρης θα ήτο 14 ετών ο δε Γεώργιος 12 ετών. Ήτο καλοκαίριν, είχαν πρόβατα και τα έβοσκαν εις την τοποθεσίαν Ζεπετός. Όταν ήρπασαν την μητέραν των οι Τούρκοι και την είχαν μαζίν των και επρόκειτο να ξεκινήσουν διά την Βατυλήν, έρχονται και τους λέγουν:

-Nα φύγετε πίσω από τον δρόμον που θα περάσουν οι Τούρκοι, διότι την μητέραν σας την έχουν μαζίν των, και εάν τους πουν πως είσθε τέκνα της, θα σας πιάσουν και θα σας τουρκέψουν.

Τότες επροχώρησαν προς την Άσσιαν με τα πρόβατά των. Όταν ήλθαν εις την Άσσιαν, επήγαν εις το σπίτιν του Οικονόμου. Αυτός ήταν παππούς του παππού μου του Παπα-Λεόντιου. Αυτός, αν και είχεν όπως μας έλεγαν δώδεκα τέκνα, τους εδέχθην εις το σπίτιν του όπως τα παιδιά του.

Με χρόνια, όταν το έμαθεν η μητέρα των ότι τα τέκνα της είναι εις την Άσσιαν, έφυγεν κρυφίως από τον Τούρκον που την είχεν σκλάβαν του και ήλθεν και τα εβρήκεν. Τα έβαλεν εις τας αγκάλας της και τα φιλούσεν. Είπεν την λέξην στα τούρκικα «Βάγια Αννάμ» και είπεν και την φράσην «Παναγία μου, τα παιδκιά μου». Σαν τα εβαστούσεν εις τας αγκάλας της και τα εφιλούσεν, απέθανεν από την στενοχωρίαν της. Όπως ιστορούσαν, έγινεν συζήτηση πού να την θάψουν, εις το νεκροταφείον οι Χριστιανοί ή εις το νεκροταφείον τους οι Τούρκοι; Εκατάληξαν να την θάψουν οι Χριστιανοί, διότι ήτο Χριστιανή και δεν ήτο θεληματικώς που επήγεν με τον Τούρκον, ήτο διά της βίας.

Μετά ο Δημήτρης, όταν εμεγάλωσεν, επήγεν και εκατοίκησεν εις το Καϊμακλίν και επαντρεύθην εκεί και έμεινεν κάτοικος. Τον Γεώργιον τον άφησεν κοντά του ο Οικονόμος. Όταν εμεγάλωσεν, του έκτισεν σπίθκια εις την Άσσιαν και τον πάντρεψεν. Όπως λέγουν, τα σπίθκια είναι αυτά που εκάθετο τελευταίως ο Κωστής Χατζηγιώρκη Κασάπης. Είναι από το νότιον μέρος του λάκκου του Λουρικού εις τον δρόμον προς την Αγκαστίναν.

Ο Γεώργιος όταν επαντρεύθην έκαμεν επτά τέκνα: Τον Χατζησταυρήν τον δερματέμπορον εις την Λευκωσίαν (εκατοίκησεν και είχεν τες αποθήκες του εις την είσοδον της Λευκωσίας), τον Κωστήν τον Κασάπην εις Άσσιαν, τον Παντελήν εις Άσσιαν. Και θυγατέρες την Δέσποιναν, σύζυγον Παπα-Λεόντιου, την Κατερίναν, σύζυγον Δημήτρη Λέοντα, την Ελένην, σύζυγον Νικόλα Πποϊράζη, και την Μαρίαν εις το χωρίον Βατυλή. Η Κατερίνα και η Ελένη ήτο εις το χωρίον Στρογγυλός που εκατοίκησαν. (…)

Τα δύο αδέλφια, όταν ήλθαν εις Άσσιαν, είχαν μαζίν των εις την βούρκαν των έναν κολότζιν διά το νερόν. Αυτόν είχεν μίαν υπογραφήν που έγραφεν «Ιερομόναχος 1826». Είχε σχεδιασμένην εκκλησίαν και αγίους.

Αυτόν το κολότζιν μου το έδωσεν ο παππούς μου διά ενθύμιον και το είχα μέσα εις βιτρίναν ασφαλισμένον. Επειδή η κατοικία του ήτο πλησίον των γονέων μου και επήγαιννα και τον έβλεπα, πολλές φορές του έλεγα: «Πες μας καμίαν ιστορίαν που άκουσες ή είδες εις την εποχήν σου». Και μου τα ιστορούσεν όλα. Είχεν μεγάλην μνήμην. Και πάντοτες μου έλεγεν έναν λόγον και με εσυμβούλευεν: Εκείνα που είναι παραχώρηση από τον Θεόν δεν στρέφονται πίσω. Αλλά αυτά που δημιουργούμεν μεταξύ μας είναι σοβαρά αλλά με υπομονήν και με καλήν ιδέαν όλα γίνονται και δεν ταλαιπωρείσαι. Να έχεις πάντοτες υπομονήν.

 

Από το κεφάλαιο «Πραξικόπημαν – Τουρκική εισβολή – Εγκλωβισμός –Εκτοπισμός»

Στο σπίτιν του Κυριάκου Χαπέσιη. Βασανιστήρια και άλλες συλλήψεις (σσ. 181-182)

Ήτο η ώρα τέσσερις μετά μεσημβρίας περίπου. Μας έστρεψαν πίσω πάλιν εις την Πάνω Ενορίαν και μας άφησαν μέσα εις την πλατείαν του χωρίου και πολλοί Τούρκοι στρατιώτες μάς επρόσεχαν και μας απειλούσαν. Όπως επρόσεξα, ήμεθα όλοι γέροντες άνω των 60 ετών. Όλοι ήμεθα πεινασμένοι και διψασμένοι, ούτε ψωμίν υπήρχεν ούτε και νερόν μέσα εις αυτόν τον καύσωναν του Αυγούστου. Δεν υποφέρνετο. Ενομίζαμεν θα επεθανίσκαμεν από την στενοχωρίαν. Την νύκταν εππέσαμεν πάνω εις τα πεζοδρόμια και εις τον άσφαλτον του δρόμου. Όπως υπελόγιζα, ήμεθα άνω των τετρακοσίων.

Την άλλην ημέραν, 22.8.1974 ημέραν Πέμπτην, από το πρωίν μας έκλεισαν μέσα εις το σπίτιν του Κυριάκου Χαπέσιη, όλοι στέκοντα, πυκνοί όπως είναι οι σαρδέλλες μέσα εις το κουτίν. Τότες ήρχισαν πρωτοφανέστατα βάσανα εις την ιστορίαν της ανθρωπότητος. Πολλοί στρατιώτες μάς περικύκλωσαν και μας είπαν: «Θέλουμεν τα χρήματά σας. Δώστε μας τα, ειδέ άλλως θα μεταχειρισθούμεν βίαν. Και όσους εύρουμεν χρήματα πάνω τους, όταν τους ερευνήσουμεν, θα τους σκοτώσουμεν». Όσοι εβαστούσαν, από φόβον τα έδωσαν όλοι, και άλλους που είχαν υποψίαν τους ερευνούσαν. Είχεν έναν άνθρωπον γέρονταν ηλικίας 78. Εβαστούσεν δύο γρόσια μέσα εις την τσέπην του και τα επήραν, και μάλιστα τον εφοβέρισαν. Ενώ δεν εβαστούσεν άλλα, τον έσπρωξαν. Όταν επήραν όλα τα χρήματα από όλους μας, έφυγαν.

Μετά παρέλευσην 10 έως 15 λεπτά ήλθαν πάλιν. Εζήτησαν τες αρραβώνες που είχαμε εις τα δάκτυλά μας. Ορμούσαν πάνω μας, όταν έβλεπαν την αρραβώναν. Ήρπαζαν το δάκτυλον και το ετραβούσαν, διά να βγάλουν την αρραβώναν. Τους παρακαλούσαν να μας αφήσουν να τα βγάλουμεν οι ίδιοι να τους τα δώσουμεν να μην μας βγάλουν τα δάκτυλά μας. Όταν εσυμπλήρωσαν τας αρπαγάς τους αυτάς, αποχώρησαν.

Πάλιν ύστερα από 10 έως 15 λεπτά ήλθαν και μας εζήτησαν τα ωρολόγια που εβαστούσαμεν. Πάλιν τα ίδια, με πολλές έρευνες τα επήραν και τα ωρολόγια. Ήτο όπως τους δαίμονες της κολάσεως που επεριφέροντο έμπροσθέν μας.

Μετά από ολίγην ώραν ήλθαν πάλιν. Μας εζήτησαν, εάν βαστούμεν ράδια και μικρά μαχαιρίδια να τους τα δώσουμεν, και πάλιν τους τα εδώσαμεν. Δεν υπήρχεν καμία ένσταση εκ μέρους κανενός, παρά, όταν έβλεπαν να βαστάς εις το χέρι και δεν τους το έδιδες, της στιγμής σε έσπρωχναν. Τα μαχαιρίδια που ήτο εις καλήν κατάστασην τα επήραν, τα ακατάλληλα τα πέταξαν εις τας στέγας των οικιών.

Από το πρωίν μέχρι η ώρα 1 και 30 μ.μ. εσυνεχίσθην αυτή η ληστεία που δεν εγνωρίσαμεν εις όλην μας την ζωήν. Τους εζητούσαμεν ψωμίν και μας έλεγαν:

– Kαι ημείς πεινούμεν. Έχει, ελέγαν μας, άλλοι τρεις ημέρες και άλλοι τέσσερις ημέρες που δεν εφάγαμεν τίποτε και πεινούμεν.

-Δώστε μας νερόν.

-Πού να το βρούμεν, δεν έχουμεν.

Ήμεθα κλειστοί όλην την ημέραν μέσα εις το σπίτιν αυτόν. Δεν είχεν παράθυρον να έρχεται ολίγος αέρας. Και προπαντός όλοι μας στέκοντα, ούτε να ουρήσουμεν μας άφηνναν. Και πολλοί γέροντες εβράχησαν, που δεν τους άφηνναν να παν εις το μέρος. Τους ελέγαμεν:

-Tι σας εκάμαμεν ημείς οι γέροντες και μας βασανίζετε τόσον;

-Eκάμαν τα παιδιά σας και βασανίζουμέν σας ημείς εσάς.

Επίσης, όταν τα επήραν ό,τι εβαστούσαμεν, άρχισαν να ερευνούν. Εστέκετο κάποιος εις την πόρταν και έβλεπεν μέσα. Τότες με το νόημαν έπαιρναν έναν ή δύο άτομα, τα έβαλλαν πάνω εις το αυτοκίνητον και εξεκινούσαν σε άγνωστον μέρος. Κάθε λίγον ήρχοντο, έπαιρναν κάποιον και έφευγαν.

Μας άφησαν μέχρι το δύμμαν του ήλιου. Μας έβγαλαν μέσα εις την πλατείαν. Ήλθεν ένας και μας έφερεν μίαν σίκλαν νερόν. Ήτο αγιωμένη. Είχεν και έναν μαστραππίν του γαλάτου, λλίγον κομμένον από την μίαν πλευράν. Το εβούτταν μέσα εις την σίκλαν, έπιαννεν δύο ή τρεις βρόκκους νερόν, σου το έδιδεν και το έπιαννεν και το κάθισκεν μέσα εις το χώμαν. Πάλιν έπαιρνεν νερόν και το έδιδεν εις άλλον. Δεν επίννετο, αλλά με την πολλήν δίψαν τι θα κάμεις. Αύγουστον μήναν, από την πυράν την πολλήν δεν υποφέρναμεν.

Αλλά εκεί πάλιν στην πλατείαν δεν ημπορούσαμεν να αντέξουμεν από τον βρόμον που είχεν. Μέσα εις το χωρκόν είχεν πλάσματα σκοτωμένα που έλιωσαν, πρόβατα ψοφισμένα, όρνιθες, χοίρους. Δεν φαντάζεται ο νους του αθθρώπου, ήτο κόλαση. Δίπλα μας είχαν ψοφήσει ένα κοπάδιν πρόβατα του Γιακουμή Παναγή Κκουτή, άνω που 80, και εσάπησαν. Και έτρεχαν οι ακαθαρσίες των επί του ασφάλτου, εις τον δρόμον. Η πείνα, η δίψα και οι βρόμοι που είχεν δεν υποφέρνουνταν. Την νύκταν αυτήν πάλιν επί των πεζοδρομίων και εις την άσφαλτον εππέσαμεν. Δεν εκοιμόμεθα τίποτε.

Σχολιάστε..

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s