Του Αγίου Δημητρίου και της Θεσσαλονίκης σήμερα. Μια καλή ευκαιρία να δούμε αποσπάσματα από τις εντυπώσεις του μητροπολίτη Κιτίου Μελετίου Μεταξάκη από τις πρώτες ημέρες ελευθερίας της Θεσσαλονίκης, στις αρχές Νοεμβρίου 1912. Το πλήρες κείμενο με τίτλο «Αναμνήσεις από το πενθούν ανάκτορον» δημοσιεύθηκε στο περ. Εκκλησιαστικός Κήρυξ της Λάρνακας, έτος Γ, από το τεύχ. ΝΑ΄ (15-4-1913), σσ. 226-229 έως τεύχ. ΝΕ΄ (15-6-1913), σσ. 349-351 (πέντε συνέχειες) και αναδημοσιεύθηκαν στην εφημ. Αλήθεια της Λεμεσού, από φ. 26-4-1913 έως 28-6-1913 (έξι συνέχειες). Από εκεί το αναδημοσίευσα με σχόλια στο βιβλίο μου Υπόδουλοι ελευθερωταί αδελφών αλυτρώτων. Πολεμικά Ημερολόγια, επιστολές και ανταποκρίσεις Κυπρίων εθελοντών από την Ήπειρο και τη Μακεδονία του 1912-1913, Λευκωσία: Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών 1999, σσ. 159-177.
Ο Μελέτιος (Παρσάς Λασηθίου 1871 – Αλεξάνδρεiα 1935) εκλέχθηκε μητροπολίτης Κιτίου τον Φεβρουάριο του 1910 και έμεινε στην επισκοπή του μέχρι τις αρχές του 1918 όταν εκλέχθηκε μητροπολίτης Αθηνών στο διάστημα της βενιζελικής παλινόρθωσης. Με την έκρηξη των Βαλκανικών πολέμων, τον Οκτώβριο του 1912 αναχώρησε από τη Λάρνακα για την Αθήνα επικεφαλής μιας ομάδας γιατρών και νοσοκόμων μαζί με τον Δήμαρχο Λεμεσού Χριστόδουλο Σώζο και τον βουλευτή Λάρνακας – Αμμοχώστου Ευάγγελο Χατζηιωάννου, οι οποίοι ζήτησαν και πέτυχαν την κατάταξή τους στον ελληνικό στρατό ως εθελοντές. Ο Μεταξάκης έφτασε στην απελευθερωθείσα Θεσσαλονίκη την 1η Νοεμβρίου του 1912 λίγα εικοσιτετράωρα ύστερα από την είσοδο του ελληνικού στρατού, συναντήθηκε με τον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο και τον βασιλιά Γεώργιο που είχε φτάσει κι αυτός στην πόλη και στις 4 Νοεμβρίου 1912 χοροστάτησε, τιμητικά, στον ναό του Αγίου Μηνά, τότε μητροπολιτικό για την πρωτεύουσα της Μακεδονίας στην πρώτη, ουσιαστικά, ελεύθερη κυριακάτικη λειτουργία.
Στη συνέχεια παραθέτω δυο αποσπάσματα από το κείμενό του. Στο πρώτο καταγράφει τις εντυπώσεις του από το πρωινό της 2ας Νοεμβρίου 1912 στη Θεσσαλονίκη και στο επόμενο καταγράφει την επίσκεψή του, την επομένη, στους ναούς του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Γεωργίου («Ροτόντας») και της Αγίας Σοφίας που είχαν μεταβληθεί σε τζαμιά στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.
«Την 2αν Νοεμβρίου ο εις τας οδούς της Θεσσαλονίκης κυκλοφορών πληθυσμός ήτο ασυγκρίτω τω λόγω πολυπληθέστερος από την της προτεραίας. Κατά την πρωίαν της 1ης Νοεμβρίου όταν ο «Τάσσος», το πλοίον μας, εισήρχετο εις τον λιμένα της περιδόξου πόλεως υπό τα εκκωφαντικά χαρμόσυνα συρίγματα των εν αυτώ σημαιοστολίστων πλοίων και τας ζητωκραυγάς και τα χειροκροτήματα των επ’ αυτών ετοίμων δι’ άλλο σημείον του πολέμου στρατιωτών, οι στρατώνες του Ζεϊτινλίκ εκάπνιζον ακόμη εκ της νυκτερινής ανατινάξεως, το μεγαλύτερον δε μέρος των κατοίκων της Θεσσαλονίκης, οι Τούρκοι δηλονότι και οι Εβραίοι, υπό τον τρόμον διατελούντες του απαισίου κρότου της νυκτός όστις εδόνησεν ολόκληρον την πόλιν ασυγκρίτω τω λόγω πλειότερον της επί του λιμενοβραχίονος εκραγείσης ολίγον πρότερον τορπίλλης του Βότση, δεν ετόλμων όχι εις τας οδούς να εξέλθωσιν αλλ’ ουδέ τα παράθυρα των οικιών των να ανοίξωσι. Τη επιούση όμως επί τη επισήμω βεβαιώσει ότι της πυριτιδαποθήκης η ανάφλεξις ήτο γεγονός τυχαίον ο τρόμος διελύετο βαθμηδόν μετά των καπνών της εκρήξεως, αι δε μάζαι των Τούρκων και των Εβραίων εκυλίοντο ολονέν ογκωδέστεραι εις τας οδούς της πόλεως συμφυρόμεναι μετά του πλήθους των στρατιωτών, των Κρητών χωροφυλάκων, των άλλων πολιτών και των εξ Αθηνών κατά τας δύο ημέρας ελθόντων προσκυνητών της ελευθέρας πρωτευούσης της Μακεδονίας, οι οποίοι ήσαν τόσον πολλοί ώστε σοβαρώς διά μίαν στιγμήν διέταξεν ο διευθύνων την υπηρεσίαν των μετόπισθεν συνταγματάρχης κ. Μεσσαλάς να μη επιτραπή η έξοδος εκ των πλοίων διότι όχι μόνον καταλύματα δεν υπήρχον εις την πόλιν αλλ’ ουδέ ψωμί. (…)
Την επομένην της ευτυχούς εν τη Μητροπόλει μετά του Βασιλέως συναντήσεως άμα ως ηγέρθην του ύπνου από τας εκκωφαντικάς κραυγάς των εφημεριδοπωλών οι οποίοι διελάλουν πέντε γλωσσών εφημερίδας, κατηυθύνθην, δευτέραν ήδη φοράν, εις τον ναόν του μεγαλομάρτυρος Δημητρίου. Ησθανόμην εμαυτόν εσωτερικώς ωθούμενον εις το να κλίνω γόνυ επανειλημμένως ενώπιον του μυροβλήτου τάφου και να ικετεύσω «τον μέγαν της οικουμένης υπέρμαχον», «τον τροπούμενον τα έθνη», ίνα της προς τον Θεόν παρρησίας αυτού την χάριν δείξη και διά την Κύπρον, όσιον και δίκαιον ποθούσαν πόθον, να ενωθή και αύτη μετά της μητρός αυτής. Ευσεβείς γυναίκες εξηκολούθουν έτι πέμπτην ήδη ημέραν να καθαρίζουν και να πλύνουν το έδαφος του απεράντου ναού, αλλ’ ο ιδιαίτερος παρά την δυτικήν είσοδον θαλαμίσκος, όπου ο τάφος του Αγίου, κατεκλύζετο αδιακόπως από πλήθη ευλαβών προσκυνητών συνωστιζομένων εις τον στενόν χώρον, ώστε να νομίσω προς στιγμήν ότι ευρίσκομαι εις τον Άγιον Τάφον, εις την Γεσθημανήν ή εις το εν Βηθλεέμ Σπήλαιον της Γεννήσεως.
Προσηυχήθην γονυκλινώς προ του τάφου, εφ’ ου μετά τοσούτους αιώνας έκαιον και πάλιν λαμπάδες, κανδήλαι και θυμιάματα, περιειργάσθην ακολούθως λεπτομερώς την ατέρμονα βασιλικήν, την περικλείουσαν «τον κηδεμόνα της Θεσσαλονίκης και πολιούχον» θαυμάζων αυτής την μεγαλοπρέπειαν κατ’ ουδέν της περιβοήτου βασιλικής της Βηθλεέμ υστερούσης μάλλον δε και υπερεχούσης εν πολλοίς, και απήλθον εις επίσκεψιν του ναού του Αγίου Γεωργίου.
Οικοδόμημα κυκλοτερές διαμέτρου 80 ποδών επί αψίδων επτά και επτά υπέρ αυτάς μεγάλων παραθύρων εις ύψος μέγα ανορθούμενον και εις θόλον μεγαλοπρεπώς απολήγον υπομιμνήσκει το Πάνθεον της Ρώμης και το υπέρ τον τάφον του Σωτήρος τμήμα του ναού της Αναστάσεως. Αναμφιβόλως είναι το τελειότερον του ρυθμού τούτου οικοδόμημα. Τα καλύπτοντα την πλευρικήν επιφάνειαν του θόλου μωσαϊκά εξαισίας τέχνης καταπλήσσουσι διά το πλήθος και την ποικιλίαν των παραστάσεων, εκ της επισταμένης μελέτης των οποίων θα ηδύναντο να εξαχθώσι τα σχεδιαγραφήματα πλείστων δημοσίων οικοδομημάτων οίον ναών, ανακτόρων, κυβερνητικών μεγάρων της εποχής της συνθέσεως του μωσαϊκού. Διότι ως γνωρίζω εκ των μελετών μου επί των ομοίων οικοδομημάτων των πόλεων του περιφήμου μωσαϊκού χάρτου της Μαδηβής οι συνθέται των μωσαϊκών αντέγραφον πραγματικά σχέδια διατηρουμένων επί των ημερών των οικοδομημάτων.
Από τον ναόν του Αγίου Γεωργίου, όστις είναι αρχαιότερος της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής κατά πολλούς αιώνας – λέγεται ότι ήτο ναός εθνικός του Δ΄ πρ. Χρ. αιώνος – έπρεπε να κατευθυνθώ εις άλλον ναόν, τον των Αγίων Αποστόλων ή τον της Θεοτόκου. Δεν εσκόπουν να επισκεφθώ τον ναόν της Αγίας Σοφίας. Μου ήτο γνωστόν ότι οι Βούλγαροι δεν επέτρεπον εις Έλληνα, την είσοδον. Εις τον Μητροπολίτην Αθηνών την είχον αρνηθεί. Εις ανωτέρους Έλληνας αξιωματικούς όχι μόνον ηρνήθησαν να επιτρέψουν την είσοδον, αλλά και προέταξαν κατ’ αυτών επιμενόντων να εισέλθωσι τας λόγχας. Προς τι λοιπόν να χάσω τον καιρόν μεταβαίνων επί τόπου; Εν τούτοις ευρέθην αίφνης ενώπιον ενός τεμένους με ευρύτατον περίβολον διά κιγκλίδων περιφραττόμενον, πλήρη δε Βουλγάρων στρατιωτών και με μιναρέν επί του οποίου εκυμάτιζεν η βουλγαρική σημαία.
-Τι είναι εδώ; ερωτώ τον αμαξηλάτην.
-Η Αγία Σοφία.
Μου ήλθεν αμέσως μία ιδέα.
-Τράβα προς την είσοδον.
-Δεν θα σας επιτρέψουν να εισέλθητε.
-Θα κάμω μίαν απόπειραν.
Εις την είσοδον εφρούρουν δύο γραμμαί στρατιωτών Βουλγάρων με εφ’ όπλου λόγχην, πολύ δε πλήθος λαού και αόπλων Ελλήνων στρατιωτών εθεάτο έξωθεν τον ναόν και την εν τω περιβόλω κίνησιν. Μόλις η άμαξα έστη προ της εισόδου, κατελθών εβάδισα σταθερώς προς την θύραν ως εάν ήτο εις εμέ ελευθέρα η είσοδος και πριν ή προφθάσωσιν οι φρουροί να είπωσι το, απαγορεύεται, καταλαμβάνει αυτούς ο χαιρετισμός μου.
-Ζδράδστβουϊτε, Λιουμπέζνοιε Μπράτια!
-Ζδράστβουϊτε, Μπάτουσκα, αποκρίνονται οι φρουροί αποδίδοντες άμα και τον στρατιωτικόν χαιρετισμόν.
Το πείραμα επέτυχε. Εξηκολούθουν να χαιρετώ ρωσιστί τους εν τω περιβόλω στρατιώτας, ονομάζων αυτούς άλλοτε «αγαπητούς αδελφούς» και άλλοτε «ανδρείους πολεμιστάς» εκείνοι δε αντιχαιρετώντες μου ήνοιγον δρόμον προς τον ναόν. Πριν ή πατήσω τον ουδόν της θύρας του ναού εσταμάτησα επί τινα δευτερόλεπτα διά να αποθαυμάσω το έκπαγλον κάλλος της Υπεραγίας Θεοτόκου εικονιζομένης διά μωσαϊκών επί της κόγχης του Ιερού εις μέγεθος υπερφυσικόν καθημένης επί θρόνου και κρατούσης τον Χριστόν επί των γονάτων αυτής. Εφ’ όσον επροχώρουν εις το κέντρον του ναού η εικών εμεγεθύνετο καταπληκτικώς και τα υπό την εικόνα από του ενός άκρου της εξ ολοκλήρου μουσειωμένης κόγχης μέχρι του άλλου καθίσταντο ολονέν ευαναγνωστότερα έως ότου εκ του κέντρου του ναού ηδυνήθην να αναγνώσω.
ΚΥΡΙΕ Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΗΜΩΝ ΣΤΕΡΕΩΣΟΝ ΤΟΝ ΟΙΚΟΝ ΤΟΥΤΟΝ ΕΩΣ ΤΗΣ ΣΥΝΤΕΛΕΙΑΣ [ΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ ΤΟΥ]ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΣΗΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΟΝΟΓΕΝΟΥΣ ΣΟΥ ΥΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΣΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.
Στρέψας το βλέμμα από της εικόνος και της ως άνω επιγραφής προς τα υπεράνω του δεξιού χορού αναγινώσκω μεταξύ τριών κύκλων περιεχόντων ακαταλήπτους μοι συντετμημένας επιγραφάς τας λέξεις ΤΑΠΙΝΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ. Αλλά ο πλήρης θαυμασμός μου επεφυλάσσετο διά τον θόλον. Το βάθος αυτού κατέχει εικών του Κυρίου αναλαμβανομένου εις τους ουρανούς εν δόξη. Κάτωθεν των ποδών του Κυρίου η Θεοτόκος και εκατέρωθεν αυτής ανά εις άγγελος εν εσθήτι λευκή, πέριξ δε του θόλου ως εν χορώ οι δώδεκα Απόστολοι ατενίζοντες προς τον αναλαμβανόμενον Σωτήρα, χωριζόμενοι δ’ απ’ αλλήλων διά δένδρων ελαιών. Παρά τον δείκτην δε της χειρός του ενός εκ των αγγέλων, δεικνύοντος τον Κύριον, η επιγραφή:
“Άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε βλέποντες εις τον ουρανόν; Ούτος ο Ιησούς ο αναληφθείς αφ’ ημών εις τον ουρανόν ούτος ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν.”»
Καρτ ποστάλ της εποχής των Βαλκανικών πολέμων (από τη συλλογή μου)

Από καρδιάς ευχαριστίες🌼Sent from my iPhone