Στην έρευνα για την πρόσφατη διάλεξή μου (30 Μαρτίου 2026) στο Λεβέντειο Δημοτικό Μουσείο Λευκωσίας με θέμα «Η δημόσια εικόνα της Πράσινης Γραμμής τα πρώτα χρόνια (1964-1967) μετά την επιβολή της: απόρριψη ή σταδιακή αποδοχή;», εντόπισα μια αναφορά ότι μερικές οικογένειες Ελλήνων Κυπρίων της Λευκωσίας που προσφυγοποιήθηκαν μετά τις ανθελληνικές ταραχές στην κυπριακή πρωτεύουσα, τον Ιούνιο του 1958, ύστερα από την προβοκατόρικη έκρηξη βόμβας στο κτίριο του Τουρκικού Προξενείου στην πόλη, βρήκαν στέγη στο παλιό «άσυλο των κωφαλάλων». Αυτό αναφέρεται στο ρεπορτάζ και στη λεζάντα μιας σχετικής φωτογραφίας στο περιοδικό Τάιμς οφ Σάιπρους, στο τεύχος 26 (30 Ιουνίου 1958). (Μια άλλη ομάδα προσφύγων από την εντός των τειχών Λευκωσία φιλοξενήθηκε το ίδιο διάστημα στα αποδυτήρια και στα γραφεία του ΓΣΠ.)

Το κτίριο σε φωτογραφία του περιοδικού Τάιμς οφ Σάιπρους, της 30ης Ιουνίου 1958.
Το κτίριο, ένα μακρινάρι με αρκετά ξύλινα δοκάρια για την καλυμμένη πρόσοψή του, όπως φαινόταν στη φωτογραφία μου ήταν εντελώς άγνωστο και στη διάλεξη, εκμεταλλευόμενος την παρουσία πολλών παλαιών Λευκωσιατών ζήτησα «τη βοήθεια του κοινού» για τον εντοπισμό του, ωστόσο κανένας από το ακροατήριο δεν γνώριζε κάτι περισσότερα. Τις επόμενες δυο μέρες, δυο καλές φίλες, η Αγνή Παπαευσταθίου και η Ελένη Χατζηχαρίτου Λεωνίδου, τις οποίες και ευχαριστώ και από εδώ, μου έστειλαν από διαφορετικές πηγές διαφωτιστικές πληροφορίες για το πού περίπου βρισκόταν, «πολύ κοντά στο παλιό εστιατόριο Εκάλη». Παράλληλα, πραγματοποίησα ειδική έρευνα στον κυπριακό Τύπο, στο ψηφιακό Αρχείο του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι το κτίριο όντως βρισκόταν στη γειτονιά μου, στον Λυκαβηττό, εκεί που σήμερα στεγάζεται το «Πολύκεντρο Νεολαίας Λευκωσίας», στην οδό Τομπάζη 14.
Η έρευνα μου έφερε πολλές εκπλήξεις και κορυφώθηκε σήμερα με την επίσκεψή μου στο κτίριο που τελικώς είναι το ίδιο που φαινόταν σε κακή κατάσταση στη δεκαετία του 1950…
Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή: Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσα, χωρίς να έχω ολοκληρώσει πλήρως την έρευνα, στις 31 Οκτωβρίου 1953 η πρώτη Σχολή Κωφαλάλων στην Κύπρο άρχισε τη λειτουργία της «εις εν κτίριον κείμενον επί ενός λόφου έξωθι της Λευκωσίας. Εις το ίδιον κτίριον είχον στεγασθή πρόσφυγες ή ασθενείς μεταδοτικών νόσων» («Η εν Λευκωσία Σχολή Κωφαλάλων», εφημ. Έθνος, 24 Δεκεμβρίου 1953). Οι πρόσφυγες που στεγάστηκαν εκεί πιθανολογώ πως ήταν της Μικρασιατικής Καταστροφής. Για μεγαλύτερο διάστημα το κτίριο φαίνεται ότι χρησιμοποιούνταν ως «Απομονωτήριο» (σίγουρα στη δεκαετία του 1930) – ειδικότερα για τους προσβληθέντες από ευλογιά, σύμφωνα με παλιότερο δημοσίευμα. Η συγκεκριμένη περιοχή του Λυκαβηττού ήταν ακόμη, στη δεκαετία του 1950, ένας έρημος και «αναξιοποίητος» οικιστικός χώρος, όπου συχνά οι μαθητές και οι μαθήτριες από τα γειτονικά εκπαιδευτήρια έκαναν τους σχολικούς τους περιπάτους.
Σύμφωνα με τις κυπριακές εφημερίδες, στην πρώτη χρονιά λειτουργίας της Σχολής Κωφαλάλων φοιτούσαν 21 αγόρια και κορίτσια, ηλικίας 8 και 10 ετών, Έλληνες και Τούρκοι, από διάφορες περιοχές του νησιού, όταν τα κωφάλαλα παιδιά στην Κύπρο υπολογίζονταν σε 300 – 350. Πρώτος διευθυντής ήταν ο Γεώργιος Μάρκου, που εκπαιδεύτηκε στη Σκωτία και στη Αγγλία με τη φροντίδα του Ροταριανού Συνδέσμου, ο οποίος ίδρυσε και τη Σχολή, με τη στήριξη της τοπικής κυβέρνησης, του Δήμου Λευκωσίας, της Κυπριακής Μεταλλευτικής Εταιρείας και της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας. Το σχολείο μεταφέρθηκε τον Μάρτιο του 1958 στο κτίριο του πρώην Διδασκαλικού Κολλεγίου Μόρφου (που μετακινήθηκε αντίστοιχα στην ίδια γειτονιά, στην Καλλιπόλεως, στη Λευκωσία στην κατοπινή Παιδαγωγική Ακαδημία και σήμερα κεντρικά κτίρια του Πανεπιστημίου Κύπρου…), κι από εκεί, και μέχρι την τουρκική εισβολή του 1974 στις μόνιμες εγκαταστάσεις του, στον Γερόλακκο («Η Σχολή Κωφαλάλων», εφημ. Χαραυγή, φ. 25 Ιανουαρίου 1972). Από το καλοκαίρι του 1974 η Σχολή προσφυγοποιήθηκε κι αυτή, αφού ο Γερόλακκος καταλήφθηκε από τον τουρκικό στρατό εισβολής.

Φωτογραφία των πρώτων μαθητών και μαθητριών μπροστά από το κτίριο της Σχολής Κωφαλάλων στη δίγλωσση (ελληνικά και τουρκικά) εφημερίδα C.M.C. Welfare News, στο φ. 8 Αυγούστου 1954.
Ένα παλαιότερο δημοσίευμα, στην εφημ. Δημοκράτης, 17 Οκτωβρίου 1946, που παρουσίαζε το οξύ στεγαστικό πρόβλημα στο νησί την αμέσως μεταπολεμική περίοδο («Πόλεμος για την εξασφάλιση οποιασδήποτε στέγης. Το πρώτο κρούσμα «σκουάτερς» στην Κύπρο»), αποκάλυψε άλλους ενοίκους του κτιρίου, εντελώς απρόσμενους για τον σημερινό αναγνώστη, τους πρώτους ίσως σύγχρονους «καταληψίες» στο νησί. Μεταφέρω εδώ: «Απάνω στο Λυκαβηττό μονάζει το γνωστό Απομονωτήριο, που μέχρι τελευταία το χρησιμοποιούσε ο στρατός. Μόλις αυτό το οίκημα άδειασε και γνώσθηκε πως το Δημαρχείο Λευκωσίας θα το ενοικίαζε, είχαν υποβληθεί άνω από 100 αιτήσεις. Μπορούν σ’ αυτό να στεγασθούν 7 οικογένειες. Αλλά δεν δόθηκε ακόμη σε κανένα, γιατί ο Δήμαρχος Λευκωσίας έκρινε, πολύ σωστά, ότι θα ήταν ανθυγιεινό, εφόσον δεν υπάρχει εκεί νερό. Τότε μόνο θα διατεθεί όταν λυθεί αυτό το ζήτημα. Στο μεταξύ, το Απομονωτήριο έγινε ο στόχος των πρώτων Κυπρίων «Σκουώττερς» (λαθρενοίκων), που ακολουθώντας το παράδειγμα των Άγγλων αστέγων κατέλαβαν «εν μια νυκτί και μόνη» μέρος του οικήματος. Μια οικογένεια μετέφερε στη βεράντα του Απομονωτηρίου τα κρεβάτια και άλλα πράγματά της, και έλυσε το πρόβλημα του ύπνου της.»
Ο «Δημοκράτης» επανήλθε στο θέμα του κτιρίου του πρώην Απομονωτηρίου με πρωτοσέλιδο δημοσίευμα στο φ. 19 Νοεμβρίου 1946, που υπογράφει ο Τ. ΑΝ., δηλαδή ο γνωστός ποιητής, δημοσιογράφος και στέλεχος του ΑΚΕΛ, Τεύκρος Ανθίας. Το παραθέτω ολόκληρο γιατί είναι αποκαλυπτικό και η περιγραφή εξαιρετικά αναλυτική. Σημειώνω ότι ακόμη δεν είχε βρεθεί η ελληνική λέξη για τους «σκουώττερς» – ο Ανθίας λέει ότι μεταφραζόταν «λαθρένοικοι» – κι ότι η περιοχή καταγράφεται ως «συνοικία της Καλλιθέας, απάνω σ’ ένα λόφο ανατολικά της Λευκωσίας».

Τρία περίπου χρόνια αργότερα το ζήτημα της εγκατάστασης των «λαθρενοίκων» στο κτίριο πήρε πολιτικές διαστάσεις, αφού ο νικητής των Δημοτικών εκλογών Θεμιστοκλής Δέρβης, στην πρώτη συνεδρίαση του νέου Δημοτικού Συμβουλίου (1 Ιουνίου 1949), στην κορύφωση του εμφυλιοπολεμικού κλίματος και του (αναίτιου και εγκληματικού) «ολοκληρωτικού οικονομικού πολέμου» στην Κύπρο, ασχολήθηκε και με το κτίριο του Απομονωτηρίου. Όπως είπε, είχε καταληφθεί «από διαφόρους ανεστίους» και σκόπευε να ζητήσει την εκκένωσή του «διότι θα χρησιμοποιηθή ως «Ευγηρίας Μέλαθρον» και εις το οποίον θα δύνανται να στεγασθούν 60 περίπου αναξιοπαθούντες». («Ο δήμαρχος κ. Θεμ. Δέρβης εξηγεί τα σχέδια του Συμβουλίου του», εφημ. Έθνος, 2 Ιουνίου 1949).
Οι δηλώσεις του Δέρβη, ηγέτη του μεγαλύτερου κόμματος της Δεξιάς, του ΚΕΚ, προκάλεσαν την άμεση αντίδραση της Αριστεράς, όπως φαίνεται από σχόλια στην κομματική εφημ. του ΑΚΕΛ Νέος Δημοκράτης, στο φ. 3 Ιουνίου 1949. Σύμφωνα με την εφημερίδα στο κτίριο ζούσαν 13 οικογένειες και συνολικά γύρω στα 70 πρόσωπα, που είχαν εγκατασταθεί εκεί τον Οκτώβριο του 1946 και πλήρωναν στον Δήμο Λευκωσίας ενοίκιο 10-12 σελίνια τον μήνα. Οι ένοικοι, αλλά και η εφημερίδα, χαρακτήρισαν αντιλαϊκή την πρόθεση του νέου Δημάρχου, και σχετική επιστολή του Α. Φ. Δύστηνου (Νέος Δημοκράτης, 10 Ιουνίου 1949) υποστήριξε ότι οι πρώτοι καταληψίες του κτιρίου δεν είχαν καμιά σχέση με το ΑΚΕΛ κι ότι η πρώτη ένοικος, που είχε υποχρεωθεί με δικαστική απόφαση να εγκαταλείψει το σπίτι που νοίκιαζε μέχρι τότε είχε εγκατασταθεί στο προαύλιο του Απομονωτηρίου από τις αρχές Σεπτεμβρίου 1946 κι όταν τον Οκτώβριο χειμώνιασε απλώς έσπασε την πόρτα και εγκαταστάθηκε εκεί. Στην ίδια επιστολή σημειώθηκε ότι το κτίριο χρησιμοποίησε η «Κυπριακή Εθελοντική Δύναμις» στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου κι ότι ο Δήμος Λευκωσίας κατά το 1946-1949 είχε διαχωρίσει ένα μεγάλο δωμάτιο σε τρία μικρότερα όπου στεγάστηκαν ισάριθμες οικογένειες.
Το τι απέγιναν και πώς εκδιώχθηκαν οι ένοικοι μετά τις δημαρχιακές εκλογές του 1949 δεν γνωρίζω ακόμη, καθώς χρειάζεται περισσότερη έρευνα. Το 1953 πάντως, όπως είδαμε, το κτίριο παραχωρήθηκε στη Σχολή Κωφαλάλων και το 1958, μετά την αποχώρησή της, φιλοξενήθηκαν εκεί οικογένειες Λευκωσιατών προσφύγων. Μερικές ουσιαστικές πληροφορίες για το κτίριο δίνονται και στο άρθρο του γιατρού και λογοτέχνη Κύπρου Χρυσάνθη, «Η ιατρική Λευκωσία. Επιδημίες – γιατροί – Ιδρύματα», περ. Τάιμς οφ Σάιπρους, τεύχ. 46 (1 Μαΐου 1959). Όπως αναφέρει, ανήκε στον Δήμο Λευκωσίας και ήταν «κτισμένο ανατολικά στο λόφο του Λεονταρίου. Τούτο χτίστηκε αρχές του αιώνα και λέγεται πως εκεί πρωτομπήκε να νοσηλευθή ο Γεώργιος Μεταξάς που γύρισε από τους Βαλκανικούς πολέμους με ευλογιά. Πιο παλιά όσους πάσχανε από ευλογιά τους περιορίζανε μες τα κελιά της Αγιάς Παρασκευής.»
Σήμερα το πρωί επισκέφθηκα το κτίριο, στην οδό Τομπάζη 14, στη γειτονιά μου, κατηφορίζοντας από τον Λυκαβηττό με κατεύθυνση τα σύνορα Λευκωσίας και Παλλουριώτισσας, προς τη Διγενή Ακρίτα. Στεγάζεται εκεί το «Πολύκεντρο Νεολαίας» και γνώριζα, όπως όλοι οι Λευκωσιάτες, την πέτρινη όψη του κτιρίου επί της Τομπάζη. Με μεγάλη έκπληξη και χαρά διαπίστωσα ότι το κτίριο είναι αυτό που αναζητούσα: η πρόσοψη που φαίνεται στις φωτογραφίες του 1954 και του 1958 διασώζεται και τα δοκάρια παραμένουν ενισχυμένα στη θέση τους, με την προσθήκη μιας όχι ιδιαίτερα καλαίσθητης τζαμαρίας. Δυστυχώς η πρόσοψη του ανακαινισμένου κτιρίου, προς τα δυτικά, έχει πνιγεί από την άναρχη ανέγερση πολυόροφων κτιρίων πολύ κοντά, που «έπνιξαν» τον λόφο, και έτσι δεν αναδεικνύεται η ιστορική και επιβλητική κεντρική όψη ενός από τα πιο όμορφα και πιο παλιά κτίσματα της ανατολικής εκτός των τειχών Λευκωσίας.
Σήμερα με δυο φίλους που μεγάλωσαν στις γειτονιές έξω από τα τείχη, κοντά στο άνοιγμα του Αγίου Αντωνίου και την Πύλη Αμμοχώστου. Αυτοί είχαν αρκετές μνήμες τόσο απο τό κτίριο όσο και από τον “Λόφο”, όπως ήταν γνωστή η περιοχή της οδού Τομπάζη. Μάλιστα και οι δύο τους είχαν γνωστούς, ο ένας οικογενειακό φίλο κι άλλος συμμαθητή στο Δημοτικό, που διέμεναν στο κτίριο ως “τουρκόπληκτοι” του 1963. Επομένως το κτίριο χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση και φιλοξενία εκτοπισμένων και το 1963-1964. Πιθανότατα το ίδιο θα έγινε και με τους πολύ περισότερους πρόσφυγες του 1974…
Έτσι, με εντελώς απροσδόκητη κατάληξη, βρέθηκε κι η απάντηση στο ερώτημα για το πού βρισκόταν το κτίριο που στέγαζε το «Άσυλον Κωφαλάλων» στη Λευκωσία τη δεκαετία του 1950… Ένα κτίριο από όπου πέρασαν νοσούντες, αναξιοπαθούντες, άστεγοι, πρόσφυγες κι άλλοι δυστυχισμένοι και όπου πήραν την πρώτη τους εκπαίδευση, κωφάλαλα παιδιά. Ένα κτίριο που πάντα, στις μεγάλες περιπέτειες της Λευκωσίας του προηγούμενου αιώνα παρέμεινε στο περιθώριο δίνοντας άσυλο και στέγη σε ομάδες «περιθωριακών» και απόκληρων της κυπριακής κοινωνίας. Σε όλους αυτούς, συνήθως ανώνυμους και απόκληρους και για τη “μεγάλη” ιστορία, αφιερώνεται, μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας που περνάμε, και το παρόν άρθρο. Με την ελπίδα να γραφτεί στο μέλλον κάτι μεγαλύτερο για το κτίριο και να αποκτήσει και την προβολή που του αξίζει.



Η πρόσοψη του “Πολύκεντρου Νεολαίας Λευκωσίας” σήμερα