Του Ανδρέα Καραγιάν (1943-2026) και της Λευκωσίας του

Απεβίωσε χθες ο ζωγράφος Ανδρέας Καραγιάν, ένας Κύπριος πολίτης του κόσμου. Ο Ανδρέας ήταν νόθο παιδί του γιατρού Νίκου Θεοφανίδη και της Μαρωνίτισσας Καρμέλλας, συζύγου του Αρμένιου Τζον Καραγιάν. Μεγάλωσε στη μεταπολεμική Κύπρο, καθολικός, ως παιδί ενός “Αρμένη” και μιας Μαρωνίτισσας που είχε για χρόνια ερωτική σχέση με έναν Έλληνα Κύπριο. Το Δημοτικό το τελείωσε εσώκλειστος στους “Φρέρηδες”, ωστόσο στη συνέχεια έλαβε ελληνική παιδεία, αφού αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στο Λονδίνο όπου εγκατέλειψε την Ιατρική, και σπούδασε ζωγραφική και χαρακτική στην αγγλική πρωτεύουσα και στο Βερολίνο. Το 1978 έκανε την πρώτη του έκθεση ζωγραφικής στην Αθήνα. Ως ζωγράφος επηρεάστηκε πολύ από τον Γιάννη Τσαρούχη, ενώ συνεργάστηκε για πολλά χρόνια με την εφημερίδα “Ο Φιλελεύθερος”΄, όπου δημοσίευε άρθρα και κριτική κινηματογράφου και θεάτρου. Συνδέθηκε κι αυτός με την Αίγυπτο και την Αλεξάνδρεια (ο Τζον Καραγιάν ήταν Αρμένιος που ήρθε στην Κύπρο από την Αίγυπτο) και σε ώριμη ηλικία ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία, ακδίδοντας το πρώτο του βιβλίο στα 65 του χρόνια. Ξεκίνησε με το “Η αληθής ιστορία” (Αθήνα: Καστανιώτης 2008), που ήταν, για μένα, το καλύτερό του, ενώ ακολούθησαν οι “Ανήθικες ιστορίες. Λονδίνο – Αλεξάνδρεια” (Αθήνα: Γαβριηλίδης, 2011 – κρατικό βραβείο μυθιστορήματος), “Σκοτεινές ιστορίες” (Αθήνα: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2013), «Άκρατος γέλωτας» (Αθήνα: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2016) και “Το πέμπτο βιβλίο» (Αθήνα: Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2022). Τα βιβλία του ήταν αυτοβιογραφικά με αφηγηματικές αρετές και έμφαση στην αναζήτηση και τη δήλωση της ερωτικής του ταυτότητας.

Ο Ανδρέας ήταν ένας ωραίος άνθρωπος, παθιαζόταν με όσα ασχολούνταν και με όσα υποστήριζε κατά καιρούς, με ιδιαίτερη καλλιέργεια και εκλεκτό χιούμορ, φωνακλάς, πολλές φορές και χωρίς να χρειάζεται, που επιδίωκε να είναι στο επίκεντρο της παρέας και να ξεχωρίζει. Έφυγε από τη ζωή έχοντας ταλαιπωρηθεί τελευταία από περιπέτειες με την υγεία του. Από το βιβλίο του “Η αληθής ιστορία” μεταφέρω εδώ την περιγραφή της Λευκωσίας που γνώρισε στα παιδικά του χρόνια, την περίοδο 1945-1955.

“Η ζωή στη Λευκωσία ήταν ήρεμη και γοητευτική. Το βράδυ ο δρόμος από τη Λήδρας ως το ΓΣΠ, το παλιό γυμναστήριο, ήταν μόνο για πεζούς και ένθεν και ένθεν υπήρχαν καφενεία και καλοκαιρινά σινεμά: ο «Μαγικός Κήπος», η «Όασις», το «Παλλάς», το «Πάνθεον», του «Χατζησάββα», και πιο πέρα, κοντά στο στάδιο, οι λουκουμάδες. Ανάμεσά τους στεκόταν και ο μυστηριώδης πύργος, ένα επιβλητικό κτίσμα όπου ζούσαν δυο γηραιές κυρίες, τις οποίες βλέπαμε να κάθονταν ντυμένες στα μαύρα στον τεράστιο σκοτεινό του κήπο. Οι Λευκωσιάτες σεργιανούσαν πάνω κάτω απολαμβάνοντας τα υπέροχα δροσερά καλοκαιρινά λευκωσιάτικα βράδια. Ήταν η δεκαετία του ’50, πριν αρχίσει η ΕΟΚΑ. Η ωραιότερη εποχή, η belle époque της Λευκωσίας με τα bal masqué και τα τέια στο «Λήδρα Πάλας». Μαζευόμασταν λοιπόν στη γειτονιά, στις βεράντες, παρέες παρέες κουβεντιάζοντας ή βγαίναμε για μεζέδες, μαζί με τον πατέρα, συχνά και με τον γιατρό, στο κέντρο «Πάνθεον», όπου μου άρεσε να τρώω πατατοσαλάτα και να μαζεύω τους «ττάπους» της κόκα κόλα που έβρισκα τριγύρω. Όταν κουραζόμουν, ευχόμουνα να είχα ένα μαγικό χαλί να ξαπλώνω επάνω και να με παίρνει παντού, όπου ήθελα. Στην επιστροφή βάζαμε αγώνα δρόμου με τον αδελφό μου, ποιος θα φτάσει πρώτος στο σπίτι να πάει στην τουαλέτα για πιπί, τα παντελόνια μας τα είχαμε ήδη λύσει από τη στροφή της οδού Ουζουνιάν!

Άλλοτε πηγαίναμε για σουβλάκια στον Κήπο, κάτω στην τάφρο που περιέβαλλε το ενετικό τείχος, όπου ήταν στημένο κι ένα όμορφο καραβάκι, όλο φωτάκια. Τότε έφεραν τις φώκιες στην τεχνητή λιμνούλα κι έγιναν η ατραξιόν για τους Λευκωσιάτες. Ο γιατρός μάς πήγαινε με το αυτοκίνητο για φαγητό σε υπαίθρια νυχτερινά κέντρα έξω από τη Λευκωσία ή για μπάνιο ή και για παγωτό στο λιμανάκι της Κερύνειας – πάντα με τρόμαζε η ιδέα του κάστρου που δέσποζε, συγχρόνως όμως με γοήτευε, άκουα κραυγές φυλακισμένων ανθρώπων αλλά και το σύρσιμο βαρύτιμων φορεμάτων, καθώς οι κυρίες διέσχιζαν τους διαδρόμους πηγαίνοντας στα μυστικά ερωτικά τους ραντεβού. Για να πάμε στην Κερύνεια περνούσαμε από το Κιόνελλι, χωριό τούρκικο, όπου βλέπαμε συχνά αγοράκια. Τουρκάκια, που τους έκαναν σουνέττι, και φορούσανε μια άσπρη κελλαπία, ενώ κρατούσαν με τα χέρια το ύφασμα, να μην ακουμπά στο πληγωμένο τους όργανο. Γύρω οι δικοί τους γιόρταζαν το γεγονός με μουσικές και φαγοπότια.

Όταν επιστρέφαμε το βράδυ από την Κερύνεια ή το Πέντε Μίλι, βλέπαμε από τη στροφή του Πενταδάκτυλου, μισοκοιμισμένοι εμείς, φωτισμένο τον πύργο του Μαγκλή και ξέραμε τότε ότι φτάναμε. Ζούσαμε σ’ έναν όμορφο δικό μας κόσμο και τα πράγματα έδειχναν ότι έτσι θα έμεναν για πάντα, ως το τέλος της αιωνιότητας.”

Ώρα σου καλή, Ανδρέα! Και καλήν ανάπαυση!

Η φωτογραφία από τη βράβευση του Ανδρέα Καραγιάν από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, στις 26 Μαΐου 2025, στο παλιό Δημοτικό μέγαρο Λευκωσίας

Σχολιάστε..